Πέμπτη, 7 Νοεμβρίου 2013

ΑΠΟ ΤΟ ΦΛΕΒΑΡΗ ΣΤΟΝ ΟΚΤΩΒΡΗ: ΟΙ ΕΝΝΕΑ ΜΗΝΕΣ ΠΟΥ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΑΝ ΤΗ ΡΩΣΙΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

του ΤΑΚΗ ΜΑΣΤΡΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ*

Το αδιαφιλονίκητο γνώρισμα κάθε επανάστασης που απειλεί να ανατρέψει τις καθυστερημένες δομές της παλιάς κοινωνίας αποτελεί η βίαιη εισβολή των πλατιών λαϊκών στρωμάτων στο προσκήνιο της ιστορίας – στην περιοχή όπου και καθορίζονται τα δικά τους πεπρωμένα. Σε μια κοινωνία που βρίσκεται σε αναταραχή, οι αμοιβαία ανταγωνιζόμενες τάξεις βρίσκονται σε μια διαρκή διαπάλη που αναζητά εναγωνίως διέξοδο και προοπτική. Οι συσσωρεμένοι κοινωνικοί ανταγωνισμοί ασφυκτιούν στους κόλ­πους της παλιάς κοινωνίας που υποφέρει από την κρίση και το αδιέξοδο. Το παλιό καθεστώς γίνεται ανυπόφορο και τότε τα φράγματα της εξουσίας και των παραδο­σιακών σχέσεων στην ιδιοκτησία, το δίκαιο και την ηθική, ανατρέπονται. Η εξέγερση, δηλαδή η πιο βίαιη και οξεία περίοδος στην πάλη των τάξεων για εξουσία, είναι υποχρεωμένη να δώσει λύση στην αντίφαση και το άλυτο κοινωνικό ζήτημα. Ωστόσο και η πιο βίαιη εξέγερση μπορεί να μείνει απλά και μόνο στο επί­πεδο της ανταρσίας. Εδώ ανοίγεται και το πεδίο του συνειδητού παράγοντα, δηλα­δή του κόμματος.

Η ιστορία της Ρωσικής Επανάστασης του 1917 απέδειξε πως το γεγονός που έχει ιδιαίτερη σημασία στην πάλη των τάξεων δεν είναι η επαναστατική μέθοδος, καθαυτή – και η εξέγερση αποτελεί την πιο ακραία εκδήλωση της επαναστατικής διαδικασίας – αλλά η σωστή εφαρμογή της στα γεγονότα. Με άλλα λόγια, ο μαρξι­στικός προσανατολισμός και δράση στο πεδίο των κοινωνικών αγώνων.

Η χειραφέτηση της εργατικής τάξης και η κοινωνική αλλαγή μπορούν να προ­έλθουν, όπως άλλωστε απέδειξε και η ιστορία των τελευταίων δεκαετιών, μέσα από σκληρούς και μακροχρόνιους κοινωνικούς ανταγωνισμούς. Ασφαλώς, μια ει­ρηνική, κοινοβουλευτική αλλαγή προς μια νέα κοινωνική συγκρότηση θα είχε πολ­λαπλά οφέλη από την άποψη των συμφερόντων της κουλτούρας και ως εκ τούτου και των συμφερόντων του σοσιαλισμού. Δυστυχώς, όμως, οι κυρίαρχες τάξεις δεν αποδέχονται τις αλλαγές στις κοινωνικές δομές, ακόμα και όταν τις επιθυμεί η συ­ντριπτική πλειοψηφία του έθνους. Από εκεί και οι βίαιες αντιδράσεις των συντη­ρητικών δυνάμεων σε κάθε απόπειρα ριζικών μετασχηματισμών καθώς και οι σκληρές κοινωνικές συγκρούσεις που τις ακολουθούν.

Αν η ηγεσία της εργατικής τάξης αρνηθεί αυτή την προοπτική και δεν ακολουθήσει μια μακροχρόνια διαδι­κασία διαπαιδαγώγησης και οργάνωσης του εργατικού κινήματος προς αυτήν την κατεύθυνση, τότε είναι καταδικασμένη, όταν οι συνθήκες επιβάλουν την αναμέ­τρηση στο πεδίο των κοινωνικών αγώνων, και κατά κανόνα την επιβάλλουν, να δώσει τη μάχη υπό δυσμενείς όρους. Σε τέτοιες συνθήκες, η νίκη του κινήματος και ή άρση του κοινωνικού αδιεξόδου εξαρτώνται από μια σειρά ακόμα και τυχαίων κάποτε περιστατικών. Η εξουσία, σε περίπτωση νίκης, μπορεί να ξεφύγει και πάλι από την εργατική τάξη και να ξαναπε­ράσει στα χέρια της αστικής αντίδρασης.

Η ιστορία της Ρωσικής Επανάστασης έχει να διδάξει τις νέες γενιές του εργατι­κού κινήματος το πώς η αριστερή πτέρυγα της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας, αυτή που αργότερα αποτέλεσε το κομμουνιστικό κόμμα, μπόρεσε να αναπτύξει μέσα από μια πολύχρονη και πολυσύνθετη διαδικασία – που τόσο αριστοτεχνικά περιέγραψε ο Λένιν στο περίφημο έργο του Αριστερισμός – την εργατική τάξη πολιτικά και οργανωτικά και να την οδηγήσει στην εξουσία.

Η αντίληψη ότι ακόμα και οι πιο “ανώριμες” συνθήκες μπορούν να συνδυα­στούν με απότομες καμπές και αλλαγές στην ιστορική εξέλιξη, βρήκε τη δικαίωσή της στη Ρωσική Επανάσταση. Τις παραμονές των επαναστατικών γεγονότων του Φλεβάρη ο Λένιν, σε μία ομιλία του στην ελβετική εργατική νεολαία στο “Σπίτι του Λαού” της Ζυρίχης, το Γενάρη του 1917, υποστήριζε – μέσα στο κύμα του σοβινισμού που αγκάλιαζε το ευρωπαϊκό εργατικό κίνημα – ότι «εμείς, οι ηλικιωμένοι, ίσως να μη ζήσουμε ως τις αποφασιστικές μάχες αυτής της επανάστασης που έρχεται»!

Και πραγματικά, την πρώτη περίοδο του πολέμου, το ρωσικό, όπως άλλωστε και το διεθνές εργατικό κίνημα, είχε υποχωρήσει σημαντικά. Τα πιο δραστήρια στρώματα της εργατικής τάξης και τα πιο επαναστατικά στοιχεία των εργατικών κομμάτων και οργανώσεων είχαν οδηγηθεί στο μέτωπο. Οι ηγέτες των κομμάτων βρίσκονταν απομονωμένοι στο εξωτερικό ή είχαν εξοριστεί. Οι απεργίες τιμωρού­νταν αυστηρά. Τα συνδικάτα υπέφεραν από τις διώξεις του στρατιωτικού νόμου που είχε σαρώσει τον εργατικό Τύπο και κάθε ελεύθερη έκφρασή τους. Στην επιφάνεια, η τσαρική αυταρχία διεξήγαγε τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο με “σίγουρα” τα νώτα της.

Ωστόσο, παρά τη φαινομενική ηρεμία στο πεδίο της ταξικής πάλης, σοβαρές διεργασίες συντελούνταν στη συνείδηση της εργατικής τάξης. «Η ιδέα της γενικής απεργίας – τόνιζε μια μυστική έκθεση της αστυνομίας της Πετρούπολης – συγκε­ντρώνει κάθε μέρα καινούργιους οπαδούς και γίνεται λαοφιλής, όπως το 1905».

 ΤΟ ΞΕΣΠΑΣΜΑ ΤΟΥ ΦΛΕΒΑΡΗ

Η επανάσταση ξέσπασε στις 23 του Φλεβάρη με μια απεργία, όχι των πιο προ­χωρημένων τμημάτων της εργατικής τάξης στη βαριά βιομηχανία, αλλά των πιο κα­ταπιεσμένων στρωμάτων: των εργατριών της βιομηχανίας υφασμάτων της Πετρού­πολης, την ημέρα που γιορταζόταν η παγκόσμια ημέρα της γυναίκας!

Από τη σπίθα όμως άναψε η φλόγα της επανάστασης.

Την επομένη, στις 24 του μήνα, απεργούσαν οι μισοί βιομηχανικοί εργάτες της Πετρούπολης! Οι μαχητικές διαθέσεις κυριαρχούσαν στην εργατική τάξη, συγκεντρώσεις, συγκρούσεις με την αστυνομία και μαζικές διαδηλώσεις με συνθήματα “κάτω ο τσάρος” και “κάτω ο πόλεμος”. Η κοινωνική ηρεμία και η σοβινιστική απάθεια έδωσαν τη θέση τους στην κοινωνική αναταραχή και τελικά στην ίδια την επανάσταση.

Στις 25 του μήνα, ο τσάρος διέταξε το στρατιωτικό διοικητή της περιοχής της Πετρούπολης, στρατηγό Χαμπαλόφ: «Να σταματήσετε από αύριο τις ταραχές στην πρωτεύουσα». Το ρεύμα, όμως, της επανάστασης δεν γύριζε πίσω. Στις 27 του μή­να, ο στρατός παράκουσε τις τσαρικές διαταγές και αρνήθηκε να πυροβολήσει τις μαχητικές εργατικές συγκεντρώσεις!

Αν με τον όρο “συμφιλίωση λαού και στρατού” εννοούμε, ιδιαίτερα στις καθυστερημένες χώρες, την αποδυνάμωση κάθε αντιδραστικής κλίκας της στρατιωτικής ιεραρχίας να έρχεται σε αντίθεση με τη συντριπτική πλειοψηφία του έθνους και να διαιωνίζει τις αυταρχικές λύσεις, τότε η ισχυρή και μαχητική κι­νητοποίηση της εργατικής τάξης στο φόντο του ρωσικού Φλεβάρη έδωσε το πραγ­ματικό περιεχόμενο στον όρο. Ο τσαρικός στρατός σχεδόν διαλύθηκε. Το τέλος της τσαρικής μοναρχίας ήρθε τόσο ξαφνικά όσο και το ίδιο το ξέσπασμα της επα­νάστασης.

Η Ρωσική Επανάσταση ξεκίνησε ως μια αστική δημοκρατική επανάστα­ση. Με το ξέσπασμα της επαναστατικής διαδικασίας του Φλεβάρη, η χιλιόχρονη καταπιεστική απολυταρχία του ρωσικού τσαρισμού διαλύθηκε κάτω από τα ανελέ­ητα χτυπήματα ενός αφυπνιζόμενου εργατικού κινήματος και της βαθιάς δυσαρέ­σκειας εκατομμυρίων αγροτών, που ντυμένοι τη στρατιωτική στολή, βρίσκονταν στο επίκεντρο του αιματηρού ιμπεριαλιστικού πολέμου.

Η νικηφόρα επανάσταση ανατρέποντας, ωστόσο, τον τσάρο μεταβίβασε την εξουσία στα χέρια της φιλελεύθερης αστικής τάξης και του κόμματος των Συνταγματικών Δημοκρατών (Καντέ). «Η εξουσία δεν έπεσε τυχαία στα χέρια αυτού του κόμματος – τόνισε ο Λένιν στα “Διδάγματα της επανάστασης” – αν και δεν ήταν φυσι­κά οι κεφαλαιοκράτες που πολέμησαν τα τσαρικά στρατεύματα, που έχυσαν το αί­μα τους για την ελευθερία, μα οι εργάτες και οι αγρότες, οι ναύτες και οι στρατιώ­τες. Η εξουσία έπεσε στα χέρια του κόμματος των κεφαλαιοκρατών γιατί η τάξη αυτή είχε στα χέρια της τη δύναμη του πλούτου, της οργάνωσης και των γνώσεων»1.

Το ξέσπασμα της επανάστασης βρήκε, πράγματι, τα εργατικά και αριστερά κόμματα ιδιαίτερα αδύναμα. Ο Γκριγκόρι Ζινόβιεφ υπενθύμισε αργότερα ότι «Η επανάσταση του Φλεβάρη βρήκε την Κεντρική μας Επιτροπή εν μέρει στο εξωτερικό και εν μέρει στις φυλακές και τις εξορίες. Το κόμμα φαινόταν να μην υπάρχει, ήταν διασκορπισμένο και κατακερματισμένο…»2



Η ΔΥΑΔΙΚΗ ΕΞΟΥΣΙΑ

Το κύριο χαρακτηριστικό, όμως, της επανάστασης ήταν η δημιουργία μιας άλ­λης μορφής εξουσίας, δοκιμασμένης από την επαναστατική εμπειρία, της σο­βιετικής μορφής οργάνωσης.

Τα “Σοβιέτ”, όπως ακριβώς και στην επανάσταση του 1905, ήταν επιτροπές δημοκρατικά εκλεγμένες από εργάτες και στρατιώτες και συνδεδεμένες σε τοπική, περιφερειακή και εθνική κλίμακα. Έτσι, δίπλα στην Προσωρινή Κυβέρνηση της φιλελεύθερης αστικής τάξης, εμ­φανίστηκε μια άλλη εξουσία: η εξουσία της εργατικής τάξης και των φτωχών αγρο­τών με τη μορφή των “Σοβιέτ των εργατών και των στρατιωτών βουλευτών”. Ο Λένιν ανέλυσε το ιδιόμορφο αυτό φαινόμενο: «Η εξουσία αυτή δεν είναι καθόλου του ίδιου είδους με την εξουσία που υπάρχει γενικά στην κοινοβουλευτική αστική δημοκρατία του συνηθισμέ­νου τύπου που επικρατεί ως τα σήμερα στις προχωρημένες χώρες της Ευρώπης και της Αμερικής. Συχνά, αυτό το περιστατικό το ξεχνούν, συχνά δεν το σκέφτο­νται κατά βάθος, ενώ εδώ βρίσκεται όλη η ουσία. Η εξουσία αυτή είναι εξουσία του ίδιου τύπου με την Κομμούνα του Παρισιού».

Η ύπαρξη των Σοβιέτ δημιούργησε μια πρωτότυπη κατάσταση όσον αφορά το ζήτημα του κράτους και της εξου­σίας – μια ιδιομορφία που οι μαρξιστές αποκάλεσαν εύστοχα “δυϊσμό της εξουσίας”. Μια διπλή εξουσία όπου συνυπήρχαν η αστική και η εργατική εξουσία – εξέλιξη που αντανακλούσε την ασυμφιλίωτη σύγκρουση των τάξεων μέσα στην επαναστα­τική εποχή.



ΚΡΙΣΗ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΥ

Την ίδια περίοδο, βέβαια, το κόμμα των Μπολσεβίκων πέρασε – όπως ακριβώς και τα άλλα ευρωπαϊκά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα – μια σοβαρή κρίση προσανατολισμού. Η ηγεσία του Μπολσεβίκικου Κόμματος που βρίσκονταν στη Ρωσία – Κάμενεφ, Στάλιν, Ρίκοφ, Μπούμπνοφ, κ.ά. – αποφάσισε να υποστηρίξει την Προσωρινή Κυβέρ­νηση. Στις 15 Μάρτη του ‘17 η Πράβντα, επίσημο όργανο του κόμματος, ανα­γνώριζε πως οι Μπολσεβίκοι θα υποστήριζαν την Προσωρινή Κυβέρνηση στο μέτρο που αυτή πολεμάει την αντίδραση και την αντεπανάσταση. Το επίμαχο άρθρο υπό τον τίτλο “Χωρίς μυστική διπλωματία” υποστήριζε: «Όταν ένας στρατός βρίσκε­ται αντιμέτωπος μ’ έναν άλλο, θα ήταν η πιο ανόητη πολιτική να του προτείνουμε να πετάξει τα όπλα και να πάει σπίτι του. Μια τέτοια πολιτική δεν θα είναι πολιτι­κή ειρήνης... Όχι. Ένας ελεύθερος λαός θα μείνει γερά στις θέσεις του, θα απα­ντήσει με σφαίρα σε κάθε σφαίρα, με πυροβολισμό στον κάθε πυροβολισμό. Είναι αναμφίβολο. Δεν πρέπει να επιτρέψουμε με κάθε τρόπο την αποσύνθεση των στρατιωτικών δυνάμεων της Επανάστασης... Όχι διάλυση του επαναστατικού στρατού, ούτε το ασυνάρτητο “Κάτω ο πόλεμος” είναι το σύνθημα μας. Το σύνθη­μα μας είναι: Πίεση πάνω στην Προσωρινή Κυβέρνηση με το σκοπό να εξαναγκα­στεί να κάνει ανοιχτές προτάσεις προς την παγκόσμια Δημοκρατία για την κατά­παυση των εχθροπραξιών. Μέχρι τότε όμως, ο καθένας οφείλει να παραμείνει στη θέση του».

Η ηγεσία του κόμματος παρέμενε, έτσι, τυπικά στις παραδοσιακές αντιλήψεις του προγράμματος του 1903.

Οι συνθήκες όμως τώρα ήταν διαφορετικές. Όπως διηγείται και ο Σλιάπνικοφ – μέλος του γραφείου της Κεντρικής Επιτροπής στην Πετρούπολη που πήρε ενεργά μέρος στην επανάσταση – «Η μέρα που βγήκε το πρώτο φύλλο της με­ταμορφωμένης Πράβντα, η 15η του Μάρτη, ήταν μέρα χαράς και αγαλλίασης για τους οπαδούς της εθνικής άμυνας. Ολόκληρο το ανάκτορο της Ταυρίδας, από τους επιχειρηματίες στην Επιτροπή της Δούμας ως την ίδια την καρδιά της επαναστατι­κής δημοκρατίας – την Εκτελεστική Επιτροπή – αντηχούσε από μιαν είδηση: η νίκη των μετριοπαθών, των λογικών Μπολσεβίκων πάνω στους εξτρεμιστές... Όταν εκείνο το φύλλο της Πράβντα έφτασε στα εργοστάσια, προξένησε βαθιά κατά­πληξη ανάμεσα στα μέλη του κόμματος μα και στους συμπαθούντες μας...»

Ο Λένιν, που το ξέσπασμα της επανάστασης τον βρήκε εγκλωβισμένο στη Ζυ­ρίχη, αντέδρασε βίαια στην επίσημη πολιτική της ηγεσίας στη Ρωσία με τα περίφη­μα Γράμματα από Μακριά. Στις 6 του Μάρτη αντιτάχτηκε αποφασιστικά σε κάθε συμφιλιωτική και εθνικιστική παρέκκλιση τηλεγραφώντας, από τη Ζυρίχη, στην Πετρούπολη τις θέσεις του: «Η τακτική μας: ολοκληρωτική δυσπιστία, καμιά υποστήριξη στη νέα κυβέρνη­ση, υποπτευόμαστε ιδιαίτερα τον Κερένσκι, εξοπλισμός του προλεταριάτου – μόνη εγγύηση· άμεσες εκλογές στη Δούμα της Πετρούπολης – καμιά προσέγγιση με άλλα κόμματα».

Στις 17 του Μάρτη, μ’ ένα γράμμα του απείλησε: «Θα προτιμούσα ακόμα και άμεσο σχίσμα με οποιονδήποτε από το κόμμα μας παρά να ενδώσω στο σοσιαλπατριωτισμό... Ο Κάμενεφ πρέπει να καταλάβει ότι πάνω του πέφτει ιστορική ευθύνη παγκόσμιας σημασίας».

Ωστόσο, ήταν η επιστροφή του στη Ρωσία που σήμανε την απαρχή για μια θεαματική στροφή στη στρατηγική του κόμματος. Ο Τζ. Λιχτχάϊμ αναφέρει πως «… όταν ο Λένιν εγκατέλειψε την εξορία του στη Ζυρίχη κι έφτασε στον σταθμό της Φινλανδίας τον Απρίλη του 1917, ήταν σε θέση ν’ αφυπνίσει μαζικές συγκινήσεις, σαν αυτές που ο Μπακούνιν μάταια ήλπιζε. Μπόρεσε να ξυπνήσει όχι μόνο την επιθυμία για άμεσο τέλος του πολέμου, αλλά και την οργισμένη αποφασιστικότητα για συντριβή του κράτους και της κοινωνίας που υπήρχαν, για να φυτευτεί η κόκκινη σημαία στα Χειμερινά Ανάκτορα και για την ανακήρυξη μιας δικτατορίας εργατών και αγροτών. Και όλα αυτά πραγματοποιήθηκαν από έναν άνθρωπο που βρέθηκε εκεί πέρα την κατάλληλη στιγμή. Χωρίς τον Λένιν δεν θα υπήρχε Οκτωβριανή Επανάσταση· όσο γι’ αυτό, οι ιστορικοί δεν μας αφήνουν καμιά αμφιβολία. Γιατί, ακόμα και οι πιο παλιοί και οι πιο αφοσιωμένοι Μπολσεβίκοι στα 1917 δεν ήταν προετοιμασμένοι γι’ αυτό το είδος της πλατφόρμας που έφερε μαζί του ο Λένιν από την ευρωπαϊκή εξορία του»3.

Ο Λένιν, με τη βιαιότητα που τον διέκρινε πάντα στην υποστήριξη των απόψεών του, θα καταγγείλει με τις περίφημες Θέσεις του Απρίλη τις υποχωρητικές τά­σεις: «Η ιδιομορφία της σημερινής στιγμής στη Ρωσία βρίσκεται στο πέρασμα από τον πρώτο σταθμό της επανάστασης, που έδωσε την εξουσία στην αστική τάξη, επειδή το προλεταριάτο δεν είχε αρκετή συνειδητότητα και οργάνωση – στο δεύτε­ρο σταθμό της, που πρέπει να δώσει την εξουσία στα χέρια του προλεταριάτου και των πιο φτωχών στρωμάτων της αγροτιάς». Ως εκ τούτου, «καμιά υποστήριξη της Προσωρινής Κυβέρνησης. Να εξηγούμε όλη την ψευτιά των υποσχέσεων της»4. Οι νέες θέσεις του Λένιν προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις τόσο μέσα όσο και έξω από το κόμμα, στο χώρο της αριστεράς. Ο Γκόλντενμπεργκ, ένα πρώην μέλος του κόμματος, έφτασε, μάλιστα, στο σημείο να υποστηρίξει ότι με τις θέσεις του «…ο Λένιν έχει θέσει υποψηφιότητα για ένα ευρωπαϊκό θρόνο που επί τριάντα χρόνια παρέμενε κενός, το θρόνο του Μπακούνιν».

Ασφαλώς ο Λένιν έπαιξε ένα σημαντικό ρόλο στην αλλαγή της πολιτικής του Μπολσεβίκικου Κόμματος, που αυτή την περίοδο γνώριζε μια σημαντική ανάπτυξη περιλαμβάνοντας στις γραμμές του 79000 μέλη από τα οποία τα 15000 στην Πετρούπολη, όπου έπαλε και η καρδιά της επανάστασης. Ο Ζινόβιεφ εύστοχα υποστήριξε, αργότερα, ότι μέσα στις νέες, επαναστατικές συνθήκες «Το κόμμα μας αναγεννήθηκε όπως ο Φοίνιξ από την τέφρα του»5.

Σύντομα, βέβαια, η νέα πολιτική έγινε, με τη συνδιάσκεψη του Απρίλη, αποδεκτή από τη μεγάλη πλειοψηφία του κόμματος.

Η 7η Πανρωσική Συνδιάσκεψη των Μπολσεβίκων συνήλθε τον Απρίλη του 1917 στην Πετρούπολη και συμμετείχαν 131 αντιπρόσωποι με θετική ψήφο και 18 με συμβουλευτική, που εκπροσωπούσαν 78 κομματικές οργανώσεις από ολόκληρη τη χώρα, τις εθνικές οργανώσεις της Λετονίας, της Λιθουανίας, της Πολωνίας και της Φινλανδίας καθώς και τις στρατιωτικές οργανώσεις του μετώπου. Η συνδιάσκεψη, η πρώτη νόμιμη στην ιστορία του κόμματος, συνήλθε μέσα σε μια περίοδο έντονης πολιτικής κρίσης που προκάλεσε η δήλωση της Προσωρινής Κυβέρνησης ότι θα «…τηρήσουμε απόλυτα τις ανειλημμένες υποχρεώσεις απέναντι στους συμμάχους μας…» – δήλωση που σήμαινε, στην ουσία, τη συνέχιση του αιματηρού και καταστροφικού πολέμου.

Τη συνδιάσκεψη απασχόλησε, κύρια, ο χαρακτήρας και η προοπτική της επανάστασης. Οι περίφημες Θέσεις του Απρίλη, που δημοσιεύτηκαν στην Πράβντα, καθώς και η μπροσούρα του Λένιν Τα Καθήκοντα του Προλεταριάτου στην Επανάσταση μας, που κυκλοφόρησε δακτυλογραφημένη στους συνέδρους, αποτέλεσαν τα βασικά υλικά του συνεδρίου. Οι βασικές αποφάσεις της συνδιάσκεψης, που εγκρίθηκαν από τη μεγάλη πλειοψηφία των συνέδρων, κατηγόρησαν ευθέως την Προσωρινή Κυβέρνηση ότι «…οι τάξεις που εκπροσωπεί είναι οικονομικά και πολιτικά, αδιάρρηκτα συνδεδεμένες με τον ρωσικό και αγγλοαμερικανικό ιμπεριαλισμό…» Το πιο σημαντικό, όμως, ήταν ότι η συνδιάσκεψη υιοθέτησε το σύνθημα “Όλη η εξουσία στα Σοβιέτ”, που συνόψιζε, στο θεσμικό, συνταγματικό πεδίο, την προοπτική των Μπολσεβίκων για την επανάσταση. Σύμφωνα με την απόφαση, «Η διέξοδος είναι μία και μόνο μία: πέρασμα όλης της κρατικής εξουσίας στα χέρια των Σοβιέτ των εργατών, στρατιωτών, αγροτών και άλλων βουλευτών σε όλη τη Ρωσία, από κάτω ως πάνω».

Αν και στα επίμαχα θέματα η πλειοψηφία ήταν ισχυρή, εντούτοις οι διαφορές για τις προοπτικές της επανάστασης δεν έλειψαν. Ο Κάμενεφ, μάλιστα, στην εισήγησή του διαφώνησε με τη ριζική αλλαγή στους προσανατολισμούς του κόμματος που πρότεινε ο Λένιν, παραμένοντας ουσιαστικά στις θέσεις που υποστήριζε από τις σελίδες της Πράβντα το Μάρτη του 1917. Σοβαρά στελέχη του κόμματος, όπως οι Ρίκοφ, Καλίνιν, Τόμσκι, κ.λπ. υποστήριζαν ανάλογες θέσεις σύμφωνα με τις οποίες δεν υπήρχαν τόσο οι αντικειμενικοί όσο και οι υποκειμενικοί όροι για τη σοσιαλιστική επανάσταση και ως εκ τούτου το κόμμα δεν μπορούσε αλλά και δεν έπρεπε να ανατρέψει την Προσωρινή Κυβέρνηση. Τα στελέχη αυτά υποστήριζαν ότι το κόμμα έπρεπε να υιοθετήσει μια πολιτική “ελέγχου” και “πιέσεων” πάνω στην κυβέρνηση και κατηγόρησαν την πλειοψηφία ότι ο πολιτικός προσανατολισμός για την ανατροπή της κυβέρνησης ήταν ενέργεια “τυχοδιωκτική”. Οι θέσεις του Ρίκοφ ήταν αποκαλυπτικές «Σε ποια χώρα θα ανατείλει ο ήλιος της σοσιαλιστικής επανάστασης; Πιστεύω ότι με τις συνθήκες που επικρατούν στη χώρα μας, με το βιοτικό επίπεδο, το ξεκίνημα της σοσιαλιστικής επανάστασης δεν αποτελεί δικό μας καθήκον. Δεν υπάρχουν ούτε οι δυνάμεις, ούτε οι αντικειμενικές προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο».

Ο Λένιν, στη συζήτηση για την “τρέχουσα κατάσταση”, με συντροφικό τρόπο, επιχείρησε να απαντήσει στους διαφωνούντες και ιδιαίτερα στον Κάμενεφ: «Νομίζω πως οι διαφωνίες με τον σ. Κάμενεφ δεν είναι πολύ μεγάλες – τόνισε ο Λένιν στο κλείσιμο της σχετικής συζήτησης – γιατί, ενώ παίρνει άλλη θέση, συμφωνεί μαζί μας. Πού βρισκόταν ο τυχοδιωκτισμός μας;… Την Προσωρινή Κυβέρνηση πρέπει να την ανατρέψουμε, όχι όμως τώρα και όχι με το συνηθισμένο τρόπο. Είμαστε σύμφωνοι με τον σ. Κάμενεφ».

Δεν ήταν τυχαίο, ότι τη μεγαλύτερη αντίθεση συνάντησε ακριβώς, η απόφαση για την “τρέχουσα κατάσταση”. Ενδεικτικό ήταν το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας. Το κείμενο εγκρίθηκε από 71 συνέδρους, απορρίφθηκε από μια σημαντική μειοψηφία 38 συνέδρων ενώ 8 απείχαν από την ψηφοφορία.

Αυτή την περίοδο ο Λένιν ήταν ο κύριος εκφραστής των αλλαγών στην πολιτική, το πρόγραμμα και τους γενικότερους προσανατολισμούς του κόμματος. Αν και το παλιό πρόγραμμα, το εγκεκριμένο στο συνέδριο του 1903, απαιτούσε μια «Συντακτική Συνέλευση εκλεγμένη από όλο το λαό», τώρα το κόμμα, χωρίς να εγκαταλείψει τη θέση της συντακτικής συνέλευσης, έθετε στο επίκεντρο της πολιτικής του το σύνθημα “Όλη η εξουσία στα Σοβιέτ”. Σύμφωνα με την απόφαση της συνδιάσκεψης “Για τη στάση απέναντι στην Προσωρινή Κυβέρνηση” το κόμμα έπρεπε να θέσει ως στόχο «…το πετυχημένο πέρασμα όλης της κρατικής εξουσίας στα χέρια των Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών ή άλλων οργάνων, που να εκφράζουν την πλειοψηφία του λαού (όργανα τοπικής αυτοδιοίκησης, Συντακτική Συνέλευση, κ.λπ.)…»6

Η έλλειψη σαφήνειας είναι προφανής. Όπως αναφέρει και ο Ε. Χ. Καρ, «Είναι πάντως γεγονός ότι προς στιγμήν η αντίφαση αυτή μαρτυρούσε όχι μια διαφορά απόψεων, αλλά μια αβεβαιότητα και μια κάποια σύγχυση στο μυαλό των ηγετών του κόμματος και του ίδιου του Λένιν σχετικά με το χαραχτήρα του συγκεκριμένου επαναστατικού προτσές. Τα γεγονότα ήταν εκείνα που επρόκειτο να οδηγήσουν στο οριστικό ξεκαθάρισμα των απόψεων»7.

Ο Λένιν αυτήν την περίοδο προσπαθούσε, με πολλά επιχειρήματα, να πείσει την πλειοψηφία του κόμματος ότι η Προσωρινή Κυβέρνηση ήταν συνδεδεμένη με το μεγάλο κεφάλαιο και με τις ιμπεριαλιστικές κυβερνήσεις, ανίκανη να δώσει προοπτικές στη ρωσική επανάσταση. Υποστήριζε ότι στόχος του κόμματος έπρεπε να είναι η ανατροπή, όταν οι συνθήκες βέβαια το επέτρεπαν, αυτής της κυβέρνησης.

Απ’ την άλλη όμως, ήταν ιδιαίτερα προσεκτικός για να μην πέσει στον τυχοδιω­κτισμό και την απομόνωση: «Για να γίνουν εξουσία οι συνειδητοί εργάτες – υπο­στήριζε υπομονετικά ο Λένιν – πρέπει να κατακτήσουν την πλειοψηφία με το μέρος τους: όσο δεν εξασκείται βία πάνω στις μάζες, δεν υπάρχει άλλος δρόμος για την εξουσία. Δεν είμαστε μπλανκιστές οπαδοί της κατάληψης της εξουσίας από μια μειοψηφία. Είμαστε μαρξιστές οπαδοί της ταξικής πάλης...» Ήταν όμως ιδιαίτερα σκληρός απέναντι στους συμφιλιωτές, που, βασισμένοι στην παλιά πολιτική του κόμματος της “επαναστατικής-δημοκρατικής δικτατορίας του προλεταριάτου και της αγροτιάς”, υποστήριζαν το συμβιβασμό με την Προσωρινή Κυβέρνηση και την “ολοκλήρωση” της αστικοδημοκρατικής επανάστασης. «Όποιος σήμερα, μετά την πείρα του Φλεβάρη, του Μάρτη, του Απρίλη, του Μάη του 1917, εξακολουθεί να μιλάει στη Ρωσία για “επαναστατική δημοκρατία” γενικά – απαντούσε ο Λένιν στους ίδιους του τους συντρόφους – αυτός θεληματικά ή άθελα, συνειδητά ή ασυνεί­δητα εξαπατά το λαό. Γιατί η “στιγμή” της γενικής συγχώνευσης των τάξεων ενά­ντια στον τσαρισμό ήλθε και παρήλθε. Η πρώτη συμφωνία της πρώτης “Προσωρι­νής Επιτροπής” της Κρατικής Δούμας με το Σοβιέτ, σήμαινε ήδη το τέλος της συγ­χώνευσης των τάξεων και την έναρξη της ταξικής πάλης»8.

Ύστερα από μια σκληρή εσωκομματική σύγκρουση, οι απόψεις του Λένιν τελι­κά επικράτησαν. Πάνω στη βάση των γεγονότων, η πλειοψηφία του κόμματος πεί­στηκε για τη σωστή πολιτική, η ενότητα διατηρήθηκε και το κόμμα ως σύνολο μπή­κε στο δρόμο του Οκτώβρη...



Η ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ

Βέβαια, το Μάη του ‘17 η Προσωρινή Κυβέρνηση, ανίκανη να αντιμετωπίσει τη δυ­σαρέσκεια απ’ την πολιτική της – ακόμα και τότε ο Υπουργός Εξωτερικών δήλωνε ότι «ολόκληρος ο λαός θέλει τη συνέχιση του παγκόσμιου πολέμου ως την αποφα­σιστική νίκη» – υποχρεώθηκε να προχωρήσει σε ανασχηματισμό. Για μια ακόμη φορά η αστική τάξη ακολούθησε το γνώριμο δρόμο της συνεργασίας με τους “ρε­αλιστές” ηγέτες του κινήματος. Έτσι στην Προσωρινή Κυβέρνηση των αστών φιλε­λεύθερων του κόμματος των Καντέ προσχώρησαν οι Μενσεβίκοι και Σοσιαλεπαναστάτες (Εσέροι) ηγέτες. Στη νέα κυβέρνηση του πρωθυπουργού Λβoφ συμμετείχαν δύο Σοσιαλεπαναστάτες, δύο Μενσεβίκοι και ένας ανεξάρτητος σοσιαλιστής.

Ο Λένιν εξήγησε τότε: «Οι “σοσιαλιστές” αρχηγοί μπαίνοντας στην κυβέρνηση της αστικής τάξης αποδεικνύονταν κατά κανόνα άβουλα πρόσωπα, ανδρείκελα, προκάλυμμα για τους κεφαλαιοκράτες, όπλο εξαπάτησης των εργατών... Οι βλά­κες των κομμάτων των Εσέρων και των Μενσεβίκων πανηγύριζαν και λούζονταν με αυταρέσκεια στις ακτίνες της υπουργικής δόξας των αρχηγών τους. Οι κεφαλαιο­κράτες έτριβαν τα χέρια τους από ικανοποίηση. Στο πρόσωπο των “αρχηγών των Σοβιέτ”, είχαν αποκτήσει βοηθούς ενάντια στο λαό»9.

Εκείνη την περίοδο, οι Μενσεβίκοι και οι Σοσιαλεπαναστάτες διατηρούσαν την υποστήριξη της συντριπτικής πλειοψηφίας των αντιπροσώπων των εργατών και στρα­τιωτών στα Σοβιέτ. Στο συνέδριο των Σοβιέτ του Ιούνη, από τους 777 αντιπροσώ­πους που είχαν δεσμούς με κόμματα (σε σύνολο 810) οι 285 ήταν Σοσιαλεπαναστά­τες, οι 246 Μενσεβίκοι και μόνο 105 Μπολσεβίκοι. Οι Μπολσεβίκοι, αν και είχαν ως κύρια πολιτική το σύνθημα “Καμιά υποστήριξη στην Προσωρινή Κυβέρνηση”, δεν οδηγήθηκαν, ωστόσο, στο σεχταρισμό.

Ο Λένιν, μακριά απ’ το να καλεί σε άμεση ανατροπή της κυβέρνησης, υποστή­ριζε ότι «Όσο καιρό θ’ αποτελούμε μειοψηφία θα επιτελούμε ένα έργο κριτικής ανά­λυσης των λαθών, διακηρύσσοντας ταυτόχρονα την ανάγκη να περάσει όλη η κρα­τική εξουσία στα χέρια των Σοβιέτ των εργατών βουλευτών». Παρόλα αυτά, όταν ο μενσεβίκος υπουργός Τσερετέλι υποστήριξε στο συνέδριο των Σοβιέτ ότι «Δεν υπάρχει κανένα κόμμα που θα μπορούσε να πει : “Δώστε μας την εξουσία, εμπρός λοιπόν δώστε μας τη θέση σας”. Τέτοιο κόμμα στη Ρωσία δεν υπάρχει», ο Λένιν πετάχτηκε από τη θέση του – όπως αναφέρουν και τα πρακτικά του συνεδρίου – και του έδωσε μια μονολεκτική απάντηση που όμως έλεγε τα πάντα, «Υπάρχει»!10

Η κυβέρνηση συ­νασπισμού, όπως ακριβώς είχαν προβλέψει οι μαρξιστές, δεν μπόρεσε να δώσει λύσεις στα προβλήματα της Ρωσικής Επανάστασης, να σταματήσει τον πόλεμο, να προχωρήσει στην αγροτική μεταρρύθμιση και να ικανοποιήσει τις εργατικές απαιτήσεις.

Τον Ιούνη του ‘17 μια τεράστια διαδήλωση οργανώθηκε από την Εκτελεστική Επιτροπή των Σοβιέτ. Στη διαδήλωση πάνω από 400.000 εργάτες και στρατιώτες υιοθέτησαν τα συνθήματα των Μπολσεβίκων: “Κάτω οι 10 καπιταλιστές υπουργοί”, “Όλη η εξουσία στα Σοβιέτ”. Οι Μπολσεβίκοι, βέβαια, δεν ήταν διατεθειμένοι να διακινδυνεύσουν μια πρόωρη εξέγερση. Στις 21 του Ιούνη, ο Λένιν μέσα από την Πράβντα υποστήριζε: «Κα­ταλαβαίνουμε την πίκρα, καταλαβαίνουμε τον αναβρασμό των εργατών του Πίτερ (της Πετρούπολης). Όμως τους λέμε: σύντροφοι, άμεση δράση δεν θα ήταν πράξη λογική για την ώρα».

Ωστόσο, παρά τις συμβουλές των Μπολσεβίκων, η αντίδραση των εργατών και των στρατιωτών στην πολιτική της Προσωρινής Κυβέρνησης οδήγησε στη μεγά­λη διαδήλωση στις 3 του Ιούλη, τα περίφημα “Ιουλιανά”.

Τα Ισβέστια, επίσημο όργανο των Σοβιέτ, περιέγραψαν τα γεγονότα της 3ης του Ιούλη ως εξής: «Στις 5 το απόγευμα βγήκαν με όπλα στο δρόμο: το 1ο σύνταγ­μα, ένα μέρος από τους γρεναδιέρους κι ένα μέρος από το σύνταγμα Παβλόφσκι. Μαζί τους σμίξανε εργατικές μάζες.... Οι μονάδες εκλέξανε πρεσβεία για την Πανρωσική Κεντρική Εκτελεστική Επιτροπή που διατύπωσε εξ ονόματός τους τις ακό­λουθες διεκδικήσεις: Κάτω οι δέκα αστοί υπουργοί! Όλη η εξουσία στα Σοβιέτ! Να σταματήσει η επίθεση! Δήμευση των τυπογραφείων των αστικών εφημερίδων! Εθνικοποίηση της γης! Έλεγχος στην παραγωγή!»

Η αντίδραση, βέβαια, δεν έμεινε απαθής. Η Προσωρινή Κυβέρνηση με­τέφερε στρατό από το μέτωπο για να συντρίψει τις εργατικές κινητοποιήσεις και να καταστείλει την εξέγερση. Για μια ακόμα φορά οι συντηρητικοί ηγέτες βρέ­θηκαν απ’ την άλλη πλευρά του οδοφράγματος. Οι Μπολσεβίκοι, αν και διαφωνού­σαν με τις κινητοποιήσεις, δεν έμειναν στο περιθώριο. Αντίθετα, συμμετείχαν ενερ­γά στα γεγονότα. «Τον Ιούλη – γράφει ο Λ. Τρότσκι στην Ιστορία της Ρωσικής Επα­νάστασης – στη διακλάδωση των ιστορικών δρόμων, μόνο η επέμβαση του κόμμα­τος των Μπολσεβίκων απάλειψε τις δυο παραλλαγές ενός μοιραίου κινδύνου: είτε στο είδος των Ιουλιανών του 1848, είτε στο είδος της Παρισινής Κομμούνας του 1871. Μπαίνοντας θαρραλέα επικεφαλής του κινήματος, το κόμμα πέτυχε τη δυνα­τότητα να σταματήσει τις μάζες τη στιγμή που η διαδήλωση άρχιζε να μετατρέπε­ται σε γενική αναμέτρηση ενόπλων δυνάμεων... Η εργατική τάξη δεν βγήκε από τη δοκιμασία αποκεφαλισμένη και εξουθενωμένη. Διατήρησε στο ακέραιο τα μάχιμα στελέχη της κι αυτά τα στελέχη είχαν μάθει πολλά»11.



ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΕΣ ΓΙΑ ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑ

Η προσωρινή υποχώρηση του κινήματος, που ακολούθησε τα “Ιουλιανά” έδωσε θάρρος στις δυνάμεις της αντεπανάστασης. Κάτω από αυτούς τους όρους μια υστερική εκστρατεία ενάντια στους Μπολσεβίκους ξεκίνησε. Στις 21 του Ιούλη ο εισαγγελέας Εφετών κάλεσε σε δίκη τον Λένιν, τον Ζινόβιεφ και την Κολοντάι. Ο Κάμενεφ συνελήφθη, ο Ζινόβιεφ και ο Λένιν, που κρύφτηκε στο σπίτι του αστυνομικού διευθυντή του Έλσινγκφορς (!), πέρασαν στην παρανομία, η εφημερίδα του κόμματος Πράβντα έκλεισε, ενώ το 6ο συνέδριο του κόμματος συνήλθε χωρίς να ανακοινωθεί ο χώρος σύγκλησής του. Στα τέλη του Ιούλη του 1917 συνελήφθησαν ο Λουνατσάρσκι, η Κολοντάι και ο Τρότσκι.

Την ίδια περίοδο, από τις 26 Ιουλίου μέχρι 3 του Αυγούστου, συνήλθε στην Πετρούπολη το 6ο συνέδριο του κόμματος, το οποίο και αποδέχτηκε την συνένωση με τους 4000 Ενωμένους Σοσιαλδημοκράτες, “Μεζραγιόντσι” (Mezraiontsy). Η 7η Πανρωσική Συνδιάσκεψη του κόμματος τον προηγούμενο Απρίλη είχε, βέβαια, ψηφίσει μια απόφαση που πρότεινε τη συνένωση όλων των τάσεων που δεν είχαν υποκύψει στο σοβινισμό και τον “αμυνιτισμό”, δηλαδή στη συνέχιση του ιμπεριαλιστικού πολέμου στο όνομα της “υπεράσπισης της πατρίδας”. Η σχετική απόφαση, που δημοσιεύθηκε στην Πράβντα στις 2 Μάη του ‘17, ανάμεσα στα άλλα τόνιζε ότι η συνδιάσκεψη είχε αποφασίσει «…να θεωρηθεί απαραίτητη η προσέγγιση και η ένωση με τις ομάδες και ρεύματα που στην πράξη στηρίζονται στο διεθνισμό, με βάση τη ρήξη με την πολιτική της μικροαστικής προδοσίας του σοσιαλισμού». Στα πλαίσια αυτών των αντιλήψεων προσχώρησαν, στο 6ο συνέδριο, ηγετικές και με επιρροή φυσιογνωμίες του ρωσικού κινήματος, ανάμεσα τους οι Τρότσκι, Ουρίτσκι, Γιόφε, Βολοντάρσκι, Μανουίλσκι, Καραχάν, Λοζόφσκι κ.λπ. Οι “Μεζραγιόντσι”, σε μια δική τους σύσκεψη, την ίδια περίοδο, είχαν υπερψηφίσει μια απόφαση που ανάμεσα στα άλλα τόνιζε ότι «…η σύσκεψη θεωρεί α) ότι η τόσο απαραίτητη στο προλεταριάτο συσπείρωση των δυνάμεων μπορεί να επιτευχθεί μόνο κάτω από τη σημαία του Τσίμερβαλντ, του Κίενταλ, του προγράμματος και των αποφάσεων του κόμματος του 1908 και του 1910, του 1912 και του 1913…»

Στο μεταξύ, οι επιθέσεις του αστικού Τύπου ενάντια όχι μόνο στους Μπολσεβίκους αλλά και τις στρατιωτικές επιτροπές συνεχίζονταν αμείωτα. Τα Ισβέστια αναγκάστηκαν να διαπιστώσουν: «Φαίνεται να μην υπάρχει λάσπη που οι αστικές εφημερίδες να μην την έριξαν πάνω στον επαναστατικό στρατό».

Η εργατική τάξη, βέβαια, είχε διατηρήσει ακέραιες τις δυνάμεις της. Η υποχώ­ρηση του Ιούλη, χωρίς να καταφέρει να στερεώσει την αστική εξουσία, άνοιξε μια παρατεταμένη περίοδο κυβερνητικής κρίσης που εκφράστηκε και στον κυβερνητι­κό ανασχηματισμό. Ο σοσιαλεπαναστάτης Κερένσκι έγινε πρωθυπουργός και ο μενσεβίκος ηγέτης, και πρώην κατάδικος Τσερετέλι, Υπουργός Εσωτερικών. «Ένας πληβειακός ανασχηματισμός της εξουσίας», παρατηρήθηκε.

Η αστική τάξη, όμως, δεν μπορούσε να υποφέρει για πολύ την ύπαρξη των Σοβιέτ και από την άποψη αυτή δεν ήταν διατεθειμένη να ανέχεται συνεχώς την Προ­σωρινή Κυβέρνηση. Η ρωσική κοινωνία, όπως και κάθε άλλη κοινωνία, είχε ανά­γκη από ενότητα διακυβέρνησης. Ανάμεσα στην αστική τάξη υπήρχε η αντίληψη ότι ήταν αναγκαία η εγκαθίδρυση μιας “ισχυρής” αστικής κυβέρνησης που θα εγγυόταν το αστικό καθεστώς συντρίβοντας τις εργατικές οργανώσεις, τις στρατιωτικές επιτροπές και τα σοβιέτ, καθώς και ένας “εθνικός ηγέτης” που θα προερχόταν απ’ τις δικές της γραμμές. Ο στρατηγός Κορνίλοφ ήταν ό,τι “καλύτερο” μπορούσε να παρουσιάσει. Η αντίδραση περνούσε οργανωμένα στην αντεπίθεση.

Στις αρχές Αυγούστου, ένα συνέδριο βιομηχάνων και εμπόρων απειλούσε ότι «το σκελετωμένο χέρι του λιμού και της λαϊκής αθλιότητας θα πιάσει από το λαιμό τους φίλους του λαού». Στο στρατό, η κλίκα των στρατηγών επιζητούσε την επαναφορά της ποινής του θανάτου, τη διάλυση των στρατιωτικών επιτροπών και την επιβολή της στρατιωτι­κής πειθαρχίας γιατί, όπως ομολογούσε ο στρατηγός Μπρουσίλοφ, «οι διοικητές, απ’ τον απλό λοχαγό ως τον αρχιστράτηγο, δεν είχαν κύρος». Η Προσωρινή Κυβέρ­νηση υποχώρησε στις πιέσεις της αντίδρασης και στις 12 του Ιούλη επανάφερε την ποινή του θανάτου στο στράτευμα! Η σοβαρή αυτή υποχώρηση έδωσε τα περιθώ­ρια – όπως συμβαίνει πάντα σ’ αυτές τις περιπτώσεις – στην αντίδραση να κινηθεί προς την κατεύθυνση ενός στρατιωτικού πραξικοπήματος.

Στις 28 Αυγούστου, ο στρατηγός Κορνίλοφ, αυτός που ο Κερένσκι αποκαλούσε   “πρώτο στρατιώτη της Προσωρινής Κυβέρνησης”, με την υποστήριξη της αστικής τάξης και της συμμαχικής διπλωματίας, που συμμετείχε ενεργά στην κινητοποίηση των αντεπαναστατικών δυνάμεων, κινητοποίησε την περιβόητη “Άγρια Μεραρχία” για να συντρίψει την Πετρούπολη της επανάστασης και να “σώσει την πατρίδα”.

Οι “ρεαλιστές” ηγέτες της Προσωρινής Κυβέρνησης δεν επρόκειτο, βέβαια, να ξεφύγουν απ’ αυτήν τη “σωτηρία”. Ο Κερένσκι, ο Τσερετέλι και οι λοιποί δεν μπο­ρούσαν να μην αντιληφθούν ότι το πολιτικό παιχνίδι με τη δικτατορία έπαιρνε σο­βαρές διαστάσεις και απειλούσε όχι μόνο την Προσωρινή Κυβέρνηση και τα συμ­φιλιωτικά κόμματα που τη στήριζαν, αλλά και την ίδια την φυσική τους υπόσταση. Ο ίδιος ο Κερένσκι αποκάλυψε αργότερα στις αναμνήσεις του τη συνομιλία που είχε με τον Β. Λβοφ, εκπρόσωπο του Κορνίλοφ: «Στις 26 Αυγούστου κατά τις 5 το απόγευμα, με επισκέφθηκε πάλι ο Βλαντιμίρ Λβοφ. Φαινόταν παράξενα ταραγμένος κι άρχισε κάπως ασυνάρτητα να μου μιλάει για την επικίνδυνη θέση μου και να προσφέρεται να με σώσει… Υποστήριξε, ότι πρέπει να υποχωρήσω στις αξιώσεις του Κορνίλοφ και τόνισε πως δεν μου μένει άλλος τρόπος για να σώσω τη ζωή μου. Το έβλεπα πια ότι μιλούσε σοβαρά… Κι αν έμεινε καμιά αμφιβολία στο νου μου, σκόρπισε οριστικά όταν είδα πόση προθυμία έδειξε ο Λβοφ να σημειώσει τις προτάσεις του Κορνίλοφ και καθώς τον κοίταζα να γράφει, ένα μόνο σκεπτόμουν: να σταματήσω τον Κορνίλοφ»12.

Κάτω απ’ αυτούς τους όρους, οι δεσμοί του Κερένσκι με τον Κορνίλοφ έσπασαν. Οι Μπολσεβίκοι, αν και τους χώριζε χάος με τους ηγέτες της Προσωρινής Κυβέρ­νησης, δεν δίστασαν να προτείνουν στα κόμματα των Μενσεβίκων και των Σοσιαλεπαναστατών κοινή δράση μπροστά στον κίνδυνο της αντεπανάστασης. Όπως ήταν επόμενο, υποχωρητικές και συμφιλιωτικές τάσεις εμφανίστηκαν και πάλι μέσα στο ίδιο το Μπολσεβίκικο Κόμμα. Ο Λένιν μ’ ένα γράμμα του στην Κεντρική Επι­τροπή έδωσε τότε μια περίφημη ερμηνεία για την πολιτική του ενιαίου μετώπου που πρότεινε στο κόμμα εκείνη την περίοδο : «Ακόμα και τώρα, δεν πρέπει να υποστηρίξουμε την κυβέρνηση Κερένσκι. Αυ­τό δεν βασίζεται πάνω σε αρχές. Θα ρωτήσετε ίσως: “Δεν πρέπει να πολεμήσουμε ενάντια στον Κορνίλοφ;” Ναι, βέβαια. Αλλά αυτά είναι δυο εντελώς διαφορετικά πράγματα. Υπάρχει εδώ ένα όριο που τα χωρίζει, που μερικοί Μπολσεβίκοι το ξε­περνούν και πέφτουν στο “συμφιλιωτισμό” αφήνοντας τον εαυτό τους να παρασυρ­θεί από την πλημμυρίδα των γεγονότων. Θα πολεμήσουμε, πολεμάμε ενάντια στον Κορνίλοφ, αλλά δεν υποστηρίζουμε τον Κερένσκι, ξεσκεπάζουμε την αδυναμία του»13.

Ο στρατός του Κορνίλοφ αποδείχτηκε, τελικά, ανίκανος να δράσει ενάντια στην επανάσταση. Η βάση του στρατού, οι απλοί φαντάροι, συμπαθούσαν τους εργάτες και υποστήριζαν τις κατακτήσεις της επανάστασης. Οι αντιπρόσωποι των Σοβιέτ κέρδισαν πολύ γρήγορα τους καθυστερημένους μουσουλμάνους της “Άγριας Με­ραρχίας” που αρνήθηκαν να βαδίσουν ενάντια στην Πετρούπολη. Το πραξικόπημα κατέρρευσε χωρίς να πέσει ούτε ένας πυροβολισμός. «Η συνωμοσία συντρίφτηκε, εξανεμίστηκε στον αέρα».

Την 1η του Σεπτέμβρη ο στρατηγός Κορνίλοφ συνελήφθη. Ο Λένιν, αργότερα, μετά την επι­κράτηση της επανάστασης, σε μια ομιλία του στο Πολυτεχνικό Μουσείο τον Αύ­γουστο του 1918, έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στη λανθασμένη τακτική των αστικών δυνάμεων. «Εμείς – αναγνώρισε τότε ο Λένιν – δεν είμαστε παρά ένα τμήμα που τράβηξε κάπως πιο μπροστά από τα άλλα εργατικά τμήματα, κι αυτό όχι γιατί είναι καλύτερο από τα άλλα, αλλά γιατί η ηλίθια πολιτική της αστικής τάξης έδωσε τη δυ­νατότητα στην εργατική τάξη της Ρωσίας να αποτινάξει πιο γρήγορα το ζυγό της».

Η συντριβή των αντεπαναστατικών δυνάμεων έστρεψε το κοινωνικό εκκρεμές αποφασιστικά προς τα αριστερά. Τη νύχτα της 1ης του Σεπτέμβρη, το Σοβιέτ της Πετρούπολης με πρόεδρο τον Τσχέϊτζε ψήφιζε την πρόταση των Μπολσεβίκων για το πέρασμα της εξουσίας στα Σοβιέτ με ψήφους 279 υπέρ και 115 κατά! Στη Μόσχα, στο Κίεβο, στη Φινλανδία, στην Κεντρική Σιβηρία τα Σοβιέτ ψήφιζαν υπέρ της εξουσίας των εργατών. «Οι Μπολσεβίκοι αποκτούσαν τα κληρονομικά τους δικαιώματα». Ο Καρ, αναφερόμενος σε αυτήν την περίοδο, σημειώνει ότι στις «…12, 13 και 14 Σεπτεμβρίου, όλο και πιο ανυπόμονος στο αναγκαστικό του καταφύγιο, ο Λένιν έγραψε δύο συνεχή γράμματα στην Κεντρική Επιτροπή του κόμματος στα οποία υποστήριζε ότι οι συνθήκες είχαν ωριμάσει για την κατάληψη της εξουσίας από τους Μπολσεβίκους. Ο Τρότσκι, αφού αφέθηκε ελεύθερος στα μέσα Σεπτεμβρίου, εκλέχτηκε πρόεδρος του Σοβιέτ της Πετρούπολης το οποίο εξελίχθηκε σε κέντρο της επαναστατικής δραστηριότητας των Μπολσεβίκων. Ολόκληρο τον επόμενο μήνα οι συζητήσεις γύρω από τις Θέσεις του Απρίλη ξανάρχισαν κάτω από νέες συνθήκες»14.

Στις εκλογές για τα νέα προεδρεία των Σοβιέτ στην Πετρούπολη και τη Μό­σχα πλειοψήφησαν οι Μπολσεβίκοι. Στην Πετρούπολη, οι Μπολσεβίκοι διέθεταν 100 ψήφους παραπάνω απ’ όσους τα άλλα αριστερά κόμματα, οι Μενσεβίκοι και οι Σοσιαλεπαναστάτες μαζί! Ο Τρότσκι, που εκλέχτηκε στις εκλογές αυτές πρόεδρος του Σοβιέτ της Πετρούπο­λης, παρατήρησε: «Η ψηφοφορία διεξαγόταν βγαίνοντας από την πόρτα. Η συγκί­νηση στην αίθουσα είχε φτάσει στο κατακόρυφο. Δεν επρόκειτο για το προεδρείο. Επρόκειτο για την επανάσταση». Τα συμφιλιωτικά-ρεφορμιστικά κόμματα προσπάθησαν, βέβαια, να διατηρή­σουν τη βάση της Προσωρινής Κυβέρνησης που είχε υπονομευτεί από την ανα­πτυσσόμενη ταξική πάλη και τα αντίθετα κοινωνικά συμφέροντα. Για το σκοπό αυ­τό συγκάλεσαν στις 12 του Σεπτέμβρη μια σύσκεψη αντιπροσώπων των σοσιαλι­στικών κομμάτων, των Σοβιέτ, των συνδικάτων, των στρατιωτικών μονάδων, της τοπικής αυτοδιοίκησης, την περιβόητη “Πανρωσική Δημοκρατική Συνδιάσκεψη” που ανέδειξε το “Προκοινοβούλιο”, σε μια προσπάθεια να δημιουργήσουν νέα, συμ­βιβαστικά όργανα εξουσίας.

Η δημιουργία του Προκοινοβουλίου προκάλεσε νέα ένταση μέσα στο Μπολσεβίκικο Κόμμα. Η απουσία του Λένιν αποδείχτηκε για μια ακόμη φορά καθοριστι­κή. Στις 20 του Σεπτέμβρη, μια συνδιάσκεψη του κόμματος με ψήφους 77 υπέρ και 50 κατά ψήφιζε υπέρ της συμμετοχής των Μπολσεβίκων στο Προκοινοβούλιο. Όρι­ζε μάλιστα αντιπρόσωπο του κόμματος τον Πιατάκοφ. Αν και οι μαρξιστές πάντα χρησιμοποιούσαν το ίδιο το αστικό κοινοβούλιο για τους σκοπούς της επανάστα­σης – οι Μπολσεβίκοι μάλιστα συμμετείχαν ακόμα και στις αντιδραστικές Δούμες του τσάρου – τώρα οι συνθήκες, που χαρακτηρίζονταν από την “μπολσεβικοποίηση” των σοβιέτ, ήταν εντελώς διαφορετικές. Τρεις μέρες αργότερα, ο Λένιν εξηγούσε στους συντρόφους του: «Πρέπει να μποϋκοτάρουμε το Προκοινοβούλιο. Πρέπει να αποτραβηχτούμε στα Σοβιέτ εργατών, στρατιωτών και αγροτών, να αποτραβηχτούμε στα συνδικάτα, να τραβηχτούμε γενικά στις μάζες. Πρέπει να τις καλέσουμε στην πάλη. Πρέπει να τους δώσουμε ένα σύνθημα σωστό και ξάστερο: να κυνηγήσουν τη βοναπαρτιστική συμμορία του Κερένσκι με το δολερό Προκοινοβούλιό του»15.

Ένα δημοκρατικό κόμμα σχεδίασε την κατάληψη της εξουσίας

Στις 10 του Οκτώβρη συνήλθε η ιστορική συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής του Μπολσεβίκικου Κόμματος. Και είναι ειρωνεία της ιστορίας ότι η συνεδρίαση αυτή έγινε στο σπίτι του μενσεβίκου Σουχάνοφ, που η γυναίκα του ήταν με τους Μπολσεβίκους. «Ω καινούργιοι αστεϊσμοί της εύθυμης μούσας της Ιστορίας – αναγνώρισε αργότερα ο ίδιος ο Σουχάνοφ – κείνη η αποφασιστική συνεδρίαση των ανώτερων ηγητόρων έγινε σπίτι μου, πάντα στον ίδιο δρόμο, Κάρποβκα 32 (διαμέ­ρισμα 31). Μα όλα αυτά γίνονταν χωρίς να ξέρω τίποτα». Η άγνοια, βέβαια, των Μενσεβίκων δεν εμπόδισε τους μπολσεβίκους ηγέτες ν’ αποφασίσουν στη συνε­δρίαση αυτή την κατάληψη της εξουσίας!

Όπως ανέφερε και η απόφαση της συνεδρίασης, που όχι τυχαία, ανέλυε την κατάσταση με αφετηρία τις διεθνείς εξελίξεις:

«Η Κεντρική Επιτροπή αναγνωρίζει ότι η διεθνής θέση της Ρωσικής Επανάστασης (η ανταρσία στο στόλο της Γερμανίας, ως ανώτατη εκδήλωση της ανάπτυξης σε όλη την Ευρώπη της παγκόσμιας σοσιαλιστικής επανάστασης)... το γεγονός ότι το κόμμα του προλεταριάτου κατάχτησε την πλειοψηφία στα Σοβιέτ… όλα γενικά θέτουν σε πρώτο επίπεδο την ένοπλη εξέγερση».

Η απόφαση αυτή δεν έγινε, ωστόσο, ομόφωνα αποδεκτή. Ηγετικά στελέχη του κύρους και της ακτινοβολίας του Κάμενεφ και του Ζινόβιεφ αντιτάχτηκαν ενεργά στην εξέγερση κατηγορώντας την πλειοψηφία της ΚΕ για “μπλανκισμό”: «Είμαστε απόλυτα πεπεισμένοι – υποστήριζαν σε κοινή δήλωσή τους στις 11 του Οκτώβρη ο Κάμε­νεφ και ο Ζινόβιεφ – ότι το να κηρύξουμε τώρα την ένοπλη εξέγερση θα ήταν σαν να διακινδυνεύαμε όχι μονάχα την τύχη του κόμματος, αλλά και την τύχη της ρωσι­κής και παγκόσμιας επανάστασης... η διαμαρτυρία μας σκοπό έχει να προφυλάξει το κόμμα από την καταστροφική αυτή πολιτική»16.

Η σύγκρουση μέσα στο κόμμα πήρε οξύ χαρακτήρα. Οι διαφορές φάνηκαν, και σε κάποια φάση ήταν αγεφύρωτες. Το κόμμα βρέθηκε αντιμέτωπο με τη διάσπα­ση. Ιδιαίτερα όταν ο Κάμενεφ και ο Ζινόβιεφ παραιτήθηκαν από την ΚΕ και κα­τήγγειλαν, στη μη κομματική εφημερίδα της αριστεράς Νόβαγια Ζιν που εξέδιδε ο Γκόρκι, την εξέγερση.

Η απάντηση του Λένιν, μέσα από ένα γράμμα που απευθυνόταν στα μέλη του κόμματος, ήταν ιδιαίτερα σκληρή. Αφού κατηγόρησε ως “απεργοσπάστες” τον Κάμενεφ και τον Ζινόβιεφ δεν δίστασε να δηλώσει: «Θα θεωρούσα τον εαυτό μου ανέντιμο αν οι παλιές μου σχέσεις με τους συντρόφους μ’ εμπόδιζαν να τους καταδικάσω. Δηλώνω ξεκάθαρα πως δεν τους θεωρώ πλέον συντρόφους και θα παλέ­ψω με όλες μου τις δυνάμεις στην Κεντρική Επιτροπή και το συνέδριο για τον απο­κλεισμό τους από το κόμμα... Δύσκολοι καιροί. Δύσκολο πρόβλημα. Βαριά η προδοσία».

Ωστόσο, η ιστορία του μπολσεβικισμού είναι πλούσια σε μαθήματα. Τόσο σε επαναστατική μαρξιστική πολιτική όσο και σε ζητήματα εργατικής δημοκρατίας και κομματικής λειτουργίας. Η αδιαλλαξία στις αρχές ήταν αδιάσπαστα δεμένη με την κατανόηση των πραγματικών εξελίξεων, με την ευλυγισία των χειρισμών απέ­ναντι σε τάσεις και ομάδες, ακόμα και άτομα. Ο Γκ. Μπόφα του πάλαι ποτέ ΙΚΚ – που επιμελή­θηκε των πρακτικών του Μπολσεβίκικου Κόμματος – μένει έκπληκτος από την τα­κτική της ηγεσίας απέναντι στους απείθαρχους διαφωνούντες: «Στο σύνολό της η Κεντρική Επιτροπή – σημειώνει ο Μπόφα – δεν απαίτησε διαγραφή, αλλά περιορίστηκε να δεχτεί την παραίτηση του Κάμενεφ. Αυτό ωστό­σο δεν εμπόδισε τον τελευταίο να είναι παρών (λεπτομέρεια που παρέμεινε, αλή­θεια, ανεξήγητη) το πρωί της 24ης Οκτώβρη (6ης Νοέμβρη) στο Σμόλνι, όπου η Κεντρική Επιτροπή συνεδρίασε προκειμένου να λάβει τις τελευταίες αποφάσεις της ενόψει της εξέγερσης»17.

Σύμφωνα με την τυπική-γραφειοκρατική αντίληψη, όποιος διαφωνεί και ενα­ντιώνεται στην πλειοψηφία της ηγεσίας πάνω σε κρίσιμα ζητήματα – και όλοι θα συμφωνήσουμε ότι η προετοιμασία της εξέγερσης είναι ίσως το πιο αποφασιστικό ζήτημα – ούτε λίγο ούτε πολύ είναι “πράκτορας του ιμπεριαλισμού”, “συνειδητός προβοκάτορας” κ.λπ. – κατηγορίες για τις οποίες τόση μεγάλη πείρα είχε δυστυχώς το διεθνές εργατικό κίνημα. (Και είναι ειρωνεία της ιστορικής διαλεκτικής ότι ο Κάμενεφ και ο Ζινόβιεφ εκτελέστηκαν αργότερα από τη γραφειοκρατία με την κατηγορία ότι ήταν “πράκτορες” του γερμανικού ιμπεριαλισμού).

Ωστόσο για τους μαρξιστές η αλήθεια είναι εντελώς διαφορετική. Οι λαθεμένες αντιλήψεις του Κάμενεφ και του Ζινόβιεφ, οι υποχωρήσεις στις πιέσεις για την προετοιμασία των εκλογών για Συντακτική Συνέλευση και όχι για την προετοιμα­σία της εξέγερσης, δεν ήταν λάθος που οφειλόταν στις θεωρητικές τους αντιλήψεις ή στον προσωπικό τους χαρακτήρα. Αντίθετα, όπως εξήγησε και ο Τρότσκι, που προσπά­θησε να προσδιορίσει τους υλικούς όρους αυτής της κρίσης: «Ο μπολσεβικισμός αναπτύχθηκε μέσα σε καθορισμένο κοινωνικό περίγυρο, που δοκίμασε τις ποικί­λες αντιδράσεις του, ανάμεσα στις οποίες η επίδραση της μικροαστικής κύκλωσης και της πολιτιστικής καθυστέρησης. Σε κάθε καινούργια κατάσταση το κόμμα δεν προσαρμοζόταν παρά με μια εσωτερική κρίση... Όχι μόνο η ιστορία στο σύνολο της, μα και οι πιο τολμηρές εξεγέρσεις πραγματώνονται από ανθρώπους που τίποτα το ανθρώπινο δεν τους είναι ξένο… Ο Ζινόβιεφ και ο Κάμενεφ, πιο ανοιχτά από τους άλλους, ενσάρκωναν τις ανασταλτικές τάσεις του κόμματος, το πνεύμα της αναποφασιστικότητας, την επίδραση των σχέσεων με τους μικροα­στούς και την πίεση των κυρίαρχων τάξεων»18.

Η κατανόηση ότι αυτές οι υποχωρητικές τάσεις ήταν αντανάκλαση της κρίσης προσανατολισμού που αγκάλιαζε όχι μόνο τις ηγετικές σφαίρες αλλά και ολόκλη­ρο τμήμα του κόμματος καθόριζε και την πολιτική και την τακτική της ηγεσίας. Στην ουσία, η πλειοψηφία αντιμετώπισε την απείθαρχη μειοψηφία όχι με τυπικές αποφάσεις βασισμένες στο καταστατικό, αλλά με σκληρή πολιτική αντιπαράθεση και κύρια με το μαρξιστικό προσανατολισμό στα γεγονότα και με την ίδια την επα­ναστατική δράση. Για μια ακόμα φορά ο Λένιν προστάτευσε το κύρος των συντρό­φων του. Δεν είναι τυχαίο ότι μερικά χρόνια αργότερα, μέσα από τη διαθήκη του, προειδοποιούσε, δυστυχώς προφητικά, ότι «το επεισόδιο Ζινόβιεφ-Κάμενεφ κα­τά τον Οκτώβρη δεν ήταν βέβαια τυχαίο, αλλά δεν πρέπει να γίνει εκμετάλλευση σε βάρος τους».



Η ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ ΓΙΑ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ΣΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ

Στις 21 του Οκτώβρη, οι Μπολσεβίκοι οργάνωσαν μια αποφασιστική εκστρα­τεία μέσα στο στρατό προετοιμάζοντας τους στρατιώτες για την κατάληψη της εξουσίας. Η φρουρά της Πετρούπολης μάλιστα υιοθέτησε τρεις σύντομες μα καθο­ριστικές αποφάσεις:

«1. Η φρουρά της Πετρούπολης και των περιχώρων υπόσχεται πλήρη υποστήριξη στην Επαναστατική Στρατιωτική Επιτροπή με όλα τα μέσα…

2. Η 22 του Οκτώβρη θα είναι ημέρα καθορισμένη για ειρηνική επιθεώρηση των δυνάμεων...

3. Το Πανρωσικό Συνέδριο των Σοβιέτ πρέπει να πάρει την εξουσία στα χέρια του και να εγγυηθεί στο λαό ειρήνη, γη και ψωμί».

Εκατοντάδες απ’ τους αντιπροσώπους ψήφισαν υπέρ, 57 μόνο απείχαν ενώ ού­τε ένας δεν ψήφισε κατά! Μέσα στις διαμορφούμενες νέες συνθήκες δεν υπήρχε καμιά οργανωμένη δύναμη να εμποδίσει την ολοκλήρωση της επαναστατικής δια­δικασίας. Η εργατική τάξη και η φτωχή αγροτιά απαιτούσαν ριζικές λύσεις. Η αντικειμενική κατάσταση μετατοπιζόταν ραγδαία προς τα αριστερά. Κάτω απ’ αυτούς τους όρους, ο Λένιν εγκατέλειψε την παρανομία και έφθασε στο Σμόλνι, την έδρα του Σοβιέτ της Πετρούπολης, εκεί όπου και έπαλλε η καρδιά της Ρωσικής Επανάστασης. Η Προσωρινή Κυβέρνηση των λεγόμενων συμφιλιωτικών κομμάτων αποτελούσε τώρα ένα φάντασμα εξουσίας, περιχαρακωμένη στα Χει­μερινά Ανάκτορα, ενώ η συντριπτική πλειοψηφία των εργατών και των στρατιω­τών ακολουθούσε τους Μπολσεβίκους.

Στις 25 του Οκτώβρη, τα επαναστατικά στρατεύματα κατέλαβαν τους σιδηρο­δρομικούς σταθμούς, τα υπουργεία, την Κεντρική Τράπεζα, το ταχυδρομείο και το τηλεγραφείο. Η εφημερίδα των Μπολσεβίκων Εργατικός Δρόμος με κύριο άρθρο της έδινε την προοπτική: ανατροπή της Προσωρινής Κυβέρνησης.

Μια επαναστατική κατάσταση δεν διατηρείται αιώνια. Ένα κόμμα μπορεί να προετοιμάζεται για την επανάσταση χρόνια, ακόμα και δεκαετίες. Είναι υποχρεω­μένο, όμως, να κερδίσει την εργατική τάξη και, το κυριότερο, να την οδηγήσει στην εξουσία όταν αυτή ξεσπάσει. Πολύ σωστά ο Λένιν εξηγούσε ότι «η επιτυχία της ρωσικής και παγκόσμιας επανάστασης εξαρτάται από τρεις μέρες αγώνα». Αντί­ληψη που ήταν σύμφωνη και με τη θεώρηση του Ένγκελς ότι σε μια μέρα μπορεί να μετουσιωθεί η ιστορία 25 ολόκληρων χρόνων! Και οι Μπολσεβίκοι – δηλαδή η αριστερή τάση του Ρωσικού Εργατικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος – δε δίστασαν.

Το βράδυ της ίδιας μέρας συνήλθε το 2ο Πανρωσικό Συνέδριο των Σοβιέτ. Στο συνέδριο αυτό οι Μπολσεβίκοι κέρδισαν την πλειοψηφία. Οι συμβιβαστές των ενδιάμεσων λύσεων απομονώθηκαν. Οι Μενσεβίκοι, οι δεξιοί Σοσιαλεπαναστάτες και οι οπαδοί της εβραϊκής Μπουντ εγκατέλειψαν το συ­νέδριο. Ο Λουνατσάρσκι, εκ μέρους των Μπολσεβίκων, διακήρυξε, τότε, με δυνατή φω­νή: «Η πληρεξουσιότητα της συμφιλιωτικής Κεντρικής Εκτελεστικής Επιτροπής έχει εκπνεύσει. Η Προσωρινή Κυβέρνηση παραιτήθηκε. Το συνέδριο παίρνει την εξουσία στα χέρια του».

Το ίδιο το συνέδριο θα αποφασίσει: «Στηριγμένο στη θέληση της τεράστιας πλει­οψηφίας των εργατών, των φαντάρων και των αγροτών, στηριγμένο στη νικηφόρα εξέγερση των εργατών και της φρουράς της Πετρούπολης, το συνέδριο παίρνει την εξουσία στα χέρια του».

Τη νύχτα της 25ης προς την 26η του Οκτώβρη, κάτω από τις βροντές των κανονιών του θωρηκτού Αβρόρα, οι επαναστάτες εργάτες, φαντάροι και ναύτες κατέλαβαν τα Χειμερινά Ανάκτορα και συνέλαβαν την Προσωρινή Κυβέρνηση. Η ερ­γατική τάξη κατακτούσε έτσι την εξουσία.

Ο Τζον Ριντ, ιστορικός και ποιητής της επανάστασης, περιέγραψε με ζωηρά χρώματα τα συναισθήματα που κυριάρχησαν τις στιγμές εκείνες στο Σμόλνι, την καρδιά της επανάστασης: «Απότομα, από μια γενική παρόρμηση, βρεθήκαμε όλοι όρθιοι πιάνοντας τους συναρπαστικούς τόνους της Διεθνούς. Ένας ψαρομάλλης στρατιώτης έκλαιγε σαν παιδί. Η Αλεξάνδρα Κολοντάι ανοιγόκλεινε γοργά τα μάτια της για να μην κλά­ψει. Η ρωμαλέα αρμονία διαχεόταν μέσα στην αίθουσα τρυπώντας τζάμια και πόρ­τες κι ανεβαίνοντας ψηλά στον ουρανό».

Μετά τη “Μεγάλη Ανταρσία” στα βρετανικά νησιά, τη μεγαλειώδη γαλλική επανάσταση του 1789 και την Παρισινή Κομμούνα, μια νέα σελίδα στην ιστορία της ανθρωπότητας γύριζε...
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 
1. Λένιν, «Τα διδάγματα της επανάστασης», Διαλεχτά Έργα, τόμ. ΙΙ, μέρος 1ο, σελ. 84-85.
2. Γκ. Ζινόβιεφ, History of the Bolshevik Party, New Park Publications, σελ. 192.
3. Τζ. Λιχτχάϊμ, Σύντομη Παγκόσμια Ιστορία του Σοσιαλισμού, εκδόσεις Γλάρος, σελ. 318-9.
4. Λένιν, «Για τα καθήκοντα του προλεταριάτου στην τωρινή επανάσταση», ό.π., τόμ. ΙΙ, σελ. 4.
5. Γκ. Ζινόβιεφ, ό.π., σελ. 193.
6. Λένιν, Για τη δυαδική εξουσία, ό.π., τόμ. ΙΙ, μέρος 1ο, σελ. 11-12.
7. Ε. Χ. Καρ, Ιστορία της Σοβιετικής Ένωσης (Η μπολσεβίκικη επανάσταση 1917-23), εκδόσεις Υποδομή, τόμ. 1, σελ. 124.
8. Λένιν, «Μικροαστικές θέσεις για το ζήτημα του οικονομικού χάους», Άπαντα, τόμ. 32, σελ. 248.
9. Λένιν, «Τα διδάγματα της επανάστασης», σελ. 90.
10. Ο Καρ αναφέρει ότι «Η δήλωση του Λένιν ότι οι Μπολσεβίκοι ήταν πρόθυμοι να πάρουν στα χέρια τους την εξουσία αποτελούσε συνειδητή κήρυξη πολέμου κατά της Προσωρινής Κυβέρνησης. Το κύρος του κυβερνητικού συνασπισμού έπεφτε, ήταν η περίοδος που ονομάστηκε από τον Τρότσκι “δυαδική αδυναμία”. Το επόμενο βήμα ήταν να διαπιστωθούν οι διαθέσεις των εργατών και στρατιωτών της Πετρούπολης», Ε. Χ. Καρ, ό.π., τόμ. 1ος, σελ. 128.
11. Λ. Τρότσκι, Ιστορία της Ρωσικής Επανάστασης, εκδόσεις Νέοι Στόχοι, τόμ. 3ος, σελ. 82.
12. Α. Κερένσκι, Η Ρωσική Επανάσταση όπως την Έζησα, εκδόσεις Πάπυρος, σελ. 286.
13. Λένιν, «Γράμμα προς την Κεντρική Επιτροπή», Άπαντα, τόμ. 34, σελ. 119.
14. Ε. Χ. Καρ, ό.π., τόμ. 1ος, σελ. 132.
15. Λένιν, Από το ημερολόγιο ενός δημοσιολόγου, τόμ. 34, σελ. 262.
16. Λένιν, «Γράμμα προς τα μέλη του κόμματος των Μπολσεβίκων», τόμ. 34, σελ. 420.
17. Γκ. Μπόφα, Εισαγωγή-Σχόλια στα πρακτικά της ΚΕ του Μπολσεβίκικου Κόμματος, Αύγουστος 1917-Σεπτέμβρης 1918, εκδόσεις Εξάντας (με τίτλο «Οι μπολσεβίκοι στην εξουσία»).
18. Λ. Τρότσκι, Ιστορία της Ρωσικής Επανάστασης, τόμ. 5, σελ. 445.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου