Πέμπτη, 26 Δεκεμβρίου 2013

«Φυσέκιον άνευ τυφεκίου». Επαναστατικός συνδικαλισμός και μαρξισμός στο πρώιμο σοσιαλιστικό κίνημα του ελλαδικού χώρου.

του Κώστα Γαλανόπουλου
Θα ήθελα, ξεκινώντας, να δανειστώ μια φράση του Allain Touraine σύμφωνα με την οποία, η σύγχρονη κοινωνία είναι «η συγκρουσιακή παραγωγή του εαυτού της» και η βασική μορφή που παίρνει η συγκρουσιακή αυτή παραγωγή είναι τα κοινωνικά κινήματα[1] , και να την προεκτείνω ως εξής: τα κοινωνικά και πολιτικά κινήματα είναι η συγκρουσιακή παραγωγή του εαυτού τους και η βασική μορφή που παίρνει η συγκρουσιακή αυτή παραγωγή είναι οι ιδεολογικές συγκρούσεις.
 Με αυτή τη μεθοδολογική αφετηρία, θα επιχειρήσω να παρουσιάσω τη σχέση μεταξύ  επαναστατικού συνδικαλισμού και μαρξισμού στο πρώιμο σοσιαλιστικό κίνημα του ελλαδικού χώρου. Ως μία πλευρά, δηλαδή, των τεμνόμενων και αλληλοκαλυπτόμενων ιδεολογικών συγκρούσεων που καθόρισαν την πορεία και την εξέλιξη του ελληνικού σοσιαλιστικού κινήματος.
   Μιλώντας για επαναστατικό συνδικαλισμό, αναφερόμαστε σε ένα σύνολο αντιλήψεων και πρακτικών που υιοθετήθηκαν από εργατικές ομάδες και συνδικάτα στα τέλη του 19ου αιώνα στη Γαλλία (εξ ου και γαλλικός συνδικαλισμός), ως αντίδραση και ως ιδεολογική και πολιτική απάντηση στη χαλάρωση ή απόρριψη της επαναστατικής προοπτικής από ένα μεγάλο μέρος των σοσιαλιστικών κομμάτων και οργανώσεων. Η ιδέα γύρω από την οποία δομείται ο συνδικαλισμός θεωρεί το συνδικάτο ως το προνομιακό τρόπο οργάνωσης και διεξαγωγής όχι μόνο του ταξικού αγώνα, αλλά και της μετεπαναστατικής κοινωνίας. Ο εργάτης, αρνούμενος τη αλλοτριωτική ιδιότητα του καταναλωτή, προβάλλει ως ο αληθινός παραγωγός, που θα μετασχηματίσει την φύση της εργασίας και της κοινωνίας. Ο κορμός που στηρίζεται πάνω σε αυτή τη βασική ιδέα, είναι η διπλή πλήρης απόρριψη αφενός της πολιτικής δράσης, προς όφελος του εργατικού ταξικού πολέμου, αφετέρου του Κράτους, είτε ως εργαλείο κατίσχυσης και μετασχηματισμού, είτε ως μορφή οργάνωσης της κοινωνικής ζωής. Εξ ου και ο μαχητικός αντικοινοβουλευτικός και αντιμιλιταριστικός χαρακτήρας του. Συνεπεία των θέσεων αυτών, τα μέσα που προκρίνονται είναι το σαμποτάζ, το μποϋκοτάρισμα και η απεργία, ό,τι μπορεί να νομιμοποιηθεί με βάση την αρχή της Άμεσης Δράσης, με κορύφωση τη Γενική Απεργία, που θα παραλύσει την εργασιακή διαδικασία και κατ επέκταση τον ίδιο τον καπιταλισμό. Ο μαχητικός αυτός αντιπολιτικός και αντικρατικός χαρακτήρας του συνδικαλισμού θα τον φέρει κοντά στον αναρχισμό, ο οποίος εμπλουτίζεται με ό,τι ονομάστηκε ως αναρχοσυνδικαλισμός. Πρόκειται  για στενή γειτνίαση και όχι για ταύτιση, παρόλο που στη ταύτιση επέμειναν αρκετοί αναρχικοί και μαρξιστές, καθένας για τον ιδιαίτερο σκοπό του. Μπορούμε να αντιληφθούμε διάφορους από τους λόγους για τους οποίους οι δεύτεροι αντέδρασαν στον συνδικαλισμό, αλλά ας περιοριστούμε στην επισήμανση του Καρλ Σμιτ ότι «η συνδικαλιστική θεωρία πρέπει, και όσον αφορά την διάγνωση της του κράτους, να διακρίνεται από τη μαρξιστική κατασκευή»[2].

Η διάκριση αυτή, και περνώ στο κυρίως θέμα, είχε ήδη επισημανθεί και από τους έλληνες μαρξιστές. «[ο Γεώργιος Σκληρός, σε μια ομιλία του το 1915]  έκανε μια ιστορική ανάλυση της [σοσιαλιστικής] Ιδέας . Διαιρόντας [...] σε τρία στάδια το Σοσιαλισμό, μας καθώρισε τους σταθμούς του: σε ‘‘παιδικό’’, ‘‘νεανικό’’, κι ‘‘ανδρικό’’, καταλήγοντας ν’ αποδείξη πως ο τελευταίος τούτος είνε κι ο σύγχρονος ‘‘Προλεταριακός Σοσιαλισμός’’ με τις δύο μεγάλες μορφές του: το Γερμανικό Μαρξισμό και το Γαλλικό Συνδικαλισμό. [...] είπε ακόμα για τη διαφορά τους»[3] . Ο Σκληρός εισάγει στην Ελλάδα έναν μαρξισμό που τροφοδοτείται τόσο από τις θεωρητικές διεργασίες της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας όσο και από  την ανάγνωση του Πλεχάνωφ. Ο μαρξισμός αυτός, ως «αυστηρά αντικειμενική μέθοδος» μας αποκαλύπτει τον «θαυμάσιο προοδευτικό νόμο της εξελίξεως» που «βραδέως αλλά ασφαλώς» μας οδηγεί στον σοσιαλισμό[4]. Είναι φανερό, ότι ο μαρξισμός του Σκληρού δεν θα μπορούσε παρά να φρίττει με διακυρρήξεις όπως η ακόλουθη, του Σπύρου Μελά, ιδρυτικού μέλους της Σοσιαλιστικής Συνδικαλιστικής Οργανώσεως, σύμφωνα με τον οποίο οι συνδικαλιστές «δεν πιστεύουν εις καμμίαν μεταρύθμισιν διά του σημερινού αστικού κράτους, αποκρούουν ως κωμωδίας την προοδευτικήν κατάκτησιν της εξουσίας διά της προπαγάνδας και των κοινοβουλευτικών αγώνων και κατηγορούν όχι αδίκως τα σοσιαλιστικά κόμματα ότι εκτρέπουν το εργατικόν κίνημα του κυρίου σκοπού, ο οποίος είνε η επανάστασις» [5]. Ο Μελάς, συνεπής προς τις θεμελιώδεις αρχές του επαναστατικού συνδικαλισμού, ψέγει τον «χρεοκοπημένο κοινοβουλευτισμό» και επιτίθεται στους σοσιαλιστές βουλευτές χαρακτηρίζοντάς τους «μετημφιεσμένους αστούς και εκμεταλευτές του εργάτου». Σε αντίθεση με τον εξελικτικό, μεταρρυθμιστικό μαρξισμό του Σκληρού, ο Μελάς επιμένει στην εκ θεμελίων ανατροπή μέσω ενός «βίαιου τιναγμού» [6].
Η Σοσιαλιστική Συνδικαλιστική Οργανώσις εισάγει στην Ελλάδα και εκφράζει με καθαρό τρόπο τις συνδικαλιστικές ιδέες, έχοντας στους κόλπους της βασικούς εκφραστές τους, όπως τον Ηρακλή Αποστολίδη (με τον οποίο θα ασχοληθούμε λίγο αργότερα) και τον Μήτσο (Μποέμ) Χαντζόπουλο (στον οποίο θα ήθελα τώρα να σταθώ), αδελφό του Κώστα Χαντζόπουλου (ενός εκ των τριών της ιδρυτικής τριάδας του μαρξισμού, Σκληρός, Γιαννιός). Η περίπτωση των αδελφών Χαντζοπούλου είναι χαρακτηριστική των διαφοροποιήσεων στο εσωτερικό του σοσιαλιστικού κινήματος, και επιπλέον χαριτωμένη γιατί οι διαφορές αυτές συγκεκριμενοποιούνται στα πρόσωπα τριών αδελφών (ο ορθόδοξος μαρξιστής, Κωνσταντίνος, ο επαναστάτης συνδικαλιστής, Μήτσος και ο νιτσεικός αναρχίζων, Ζαχαρίας).
Ο Μήτσος, συνεπής στις αντικρατικές θεωρήσεις του επαναστατικού συνδικαλισμού, θυμίζει ότι «το κράτος απομένει μια ρητή εκδήλωσις της βίας της κρατούσης τάξεως επί των λαών της γης» και διαχωρίζει τους δύο δρόμους για τον σοσιαλισμό, εκ των οποίων «ο πρώτος είναι με το μέσο της πολιτικής αντιπροσωπείας στις διάφορες Βουλές…ο δεύτερος δε βασίζεται στη δύναμη των συνδικάτων και την αγωνιστικότητα των εργατών στοιχείο απαραίτητο για το μη λοξοδρόμημα της Ιδέας σε αστικές στράτες». Επιτίθεται όμως και στο μαρξισμό, θεωρώντας ότι υπερτονίζει τη σημασία του τρόπου παραγωγής, προσπαθώντας να εξηγήσει μέσω αυτού όχι μόνο την πάλη των τάξεων, αλλά και ολόκληρη την κοινωνική εξέλιξη, παραγνωρίζοντας έτσι πλήθος άλλων παραγόντων. Ο   Κωνσταντίνος, έχοντας πλήρη συνείδηση του αποτελέσματος των εξοντωτικών συγκρούσεων μέσα στο σοσιαλιστικό κίνημα, που όπως μας πληροφορεί φθάνουν μέχρι το σημείο των «ένοπλων ρήξεων», διαχωρίζει τις δύο λογικές: απ΄ τη μία, η κατάκτηση του κράτους και η επιβολή μιας συγκεντρωτικής οργάνωσης, και από την άλλη, η διάλυσή του μέσω της αποκέντρωσης. Η δύο λογικές είναι ασύμβατες, εξ ου και «ο σοσιαλισμός ίσταται εχθρικώτατα αντιμέτωπος του συνδικαλισμού». Εν τούτοις διερωτάται, «πως σοβαρά μια δική μου δήλωση θα σάρωνε τον συνδικαλισμό του αδερφού μου»[7];
Ο Νικόλαος Γιαννιός, ο τρίτος από την ''ιδρυτική'' ομάδα είναι, περισσότερο, ένας ακούραστος προπαγανδιστής του σοσιαλισμού και οργανωτής των πολιτικών του κινήσεων, και λιγότερο ένας θεωρητικός διανοούμενος.
 Έχοντας, παρόλα αυτά, «μια σχετικά πλήρη γνώση των θεωρητικών αναζητήσεων του ευρωπαϊκού σοσιαλισμού», σπεύδει να ξεκαθαρίσει πως «δεν είμεθα αναρχικοί, ούτε συνδικαλισταί [...] είμεθα καθαροί σοσιαλισταί. Δηλαδή Μαρξισταί»[8]. Δεν μπορεί να αρνηθεί όμως, πως μαρξιστές είναι και αρκετοί από τους συνδικαλιστές, καθώς όμως αυτοί αρνούνται την πολιτική οργάνωση και τον κοινοβουλευτισμό, θεωρώντας πως έτσι το σοσιαλιστικό ιδανικό εξασθενεί και εξαχρειώνεται, «η συνδικαλιστική σχολή, παρέα με την αναρχική αδράνεια, δεν κάνουν παρά να υποβοηθούν το έργο του μπουρζουαζισμού»[9].
  Επιπλέον, το σαμποτάζ, το μποϋκοτάζ και η γενική απεργία ως μέσα του αγώνα δεν αρκούν, αν δεν συνοδεύονται από μια σοσιαλιστική παρουσία στη Βουλή. Μέσω του μεταρρυθμιστικού έργου, ο Γιαννιός, ελπίζει να αποφύγει και τη χρήση βίας από το προλεταριάτο, που προβάλει αναγκαία ως συγκροτητικός ''μύθος'' στις συνδικαλιστικές θεωρίες του Σορέλ (χωρίς παρόλα αυτά να την αποκλείει, ειδικά, όπως ο ίδιος αναφέρει, «στις τελευταίες στιγμές της πλουτοκρατίας»). Ο Γιαννιός ερμηνεύει, σε αντίθεση με τα υπόλοιπα επαναστατικά ρεύματα, πως η αδυναμία του σοσιαλιστικού στρατοπέδου να σταματήσει την ανθρωποσφαγή του Μεγάλου Πολέμου, ενισχύει εκ των πραγμάτων την αναγκαιότητα της μεταρρυθμιστικής οδού. Η αποτυχία αυτή καταδεικνύει επιπλέον το αδιέξοδο της εμπιστοσύνης που έχαιρε ο μύθος της Γενικής Απεργίας. Όλα αυτά κατατείνουν στον «θρίαμβο του κοινοβουλευτισμού και την χρεωκοπία κάθε συνδικαλισμού».
Μέχρις εδώ, παρακολουθήσαμε τη σύγκρουση συνδικαλισμού και μαρξισμού, σε μια περίοδο που το σοσιαλιστικό κίνημα έκανε τα πρώτα του βήματα, ενώ οι αντιθέσεις εντός του ήταν περισσότερο το αποτέλεσμα ιδεολογικών διαφορών συγκεκριμένων προσώπων ή των κινήσεων που συσπειρώνονταν γύρω τους.
Στις 21 Οκτωβρίου 1918, όμως, άρχισαν οι εργασίες του Α΄ Πανελλαδικού Εργατικού Συνεδρίου, διαδικασία που οδήγησε στην ίδρυση της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδος (ΓΣΕΕ) ενώ στις 4 έως 10 Νοεμβρίου ιδρύεται το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Ελλάδος (ΣΕΚΕ). Οι περισσότερες από τις σοσιαλιστικές και εργατικές κινήσεις της χώρας αποπειρώνται να συγκεντρωθούν εντός ενός ενιαίου φορέα. Η συγκέντρωση των δυνάμεων της εργατικής τάξης, προφανώς, και εκ των πραγμάτων, διαφοροποιεί την νέα περίοδο. Αυτό που τώρα διακυβεύονταν δεν ήταν η ιδεολογική ομοφωνία ή απλώς η συγκράτηση των φυγόκεντρων δυνάμεων ούτως ώστε να κρατηθεί ανέπαφη η συνοχή, αλλά η δυνατότητα για έλεγχο ή επηρεασμό των συγκεντρωμένων δυνάμεων της εργατικής τάξης και της κατεύθυνσης που αυτή θα έπαιρνε.
   Ας δούμε αρχικά τι διαδραματίστηκε στις εργασίες του Συνεδρίου. Την τρίτη ημέρα άρχισε η συζήτηση πάνω στις καταστατικές διατάξεις και το πρόγραμμα της συνομοσπονδίας.
(μεταφέρω από τα πρακτικά).
«Πρώτος πήρε το λόγο ο αναρχικοσυνδικαλιστής Κ. Σπέρας, που επιμένει στην άποψη πως ο εργάτης πρέπει να μείνει μακριά από κάθε πολιτική και μακριά από το κοινοβούλιο και να ενδιαφέρεται μόνο για τα σωματεία του και την επαγγελματική του οργάνωση.
Ο Αβρ. Μπεναρόγιας τον αντικρούει με διαλεχτική σαφήνεια και μαρξιστικά επιχειρήματα, αναλύει διεξοδικά τη φράση του ψηφίσματος ‘‘έξω από κάθε αστικήν πολιτκήν’’…
Ο Χ. Κανελλόπουλος συμφωνεί με τον Μπεναρόγια και υποστηρίζει και αυτός την άποψη της πάλης των τάξεων…».
Στην απογευματινή σύσκεψη «ο Δελλαζάνος …υποστηρίζει πως η εργατική τάξη πρέπει να μεταχειρισθεί όλα τα μέσα για να επιβληθεί, τόσο την απεργία όσο και το κοινοβούλιο…
Μετά τον Δελαζάνο το λόγο ξαναπαίρνει ο Σπέρας κι’ επιμένει στις αναρχοσυνδικαλιστικές του απόψεις…
Την τέταρτη μέρα «παίρνουν το λόγο …ο Κουχτσόγλου και ο Μπεναρόγιας…έχουν αντίθετες απόψεις. Ο Κουχτσόγλου υποστηρίζει τη συνδικαλιστική άποψη.
Ο πρόεδρος έχει τη γνώμη πως το θέμα εξαντλήθηκε και πως πρέπει να γίνει ψηφοφορία.
Οι συνδικαλιστές διαμαρτύρονται και ζητούν να διατυπωθεί το άρθρο με τη δική τους άποψη ‘‘έξω από κάθε πολιτική’’[10].
Στην ψηφοφορία που ακολούθησε η πρόταση των σοσιαλιστών έλαβε 158 ψήφους και των συνδικαλιστών 21.
Το πρακτικό διακύβευμα, πλέον, ήταν η σχέση συνδικάτου και κόμματος και η συμμετοχή ή όχι της εργατικής τάξης στον πολιτικό αγώνα και στο κοινοβούλιο. Η μειοψηφούσα συνδικαλιστική ομάδα, υποστήριξε την πλήρη αυτονομία του συνδικαλιστικού φορέα από τον πολιτικό και την απόρριψη της πολιτικής συμμετοχής. Την ηγετική της ομάδα αποτελούσαν, μια σχεδόν μυθική μορφή του εργατικού κινήματος, ο συνδικαλιστής Κωνσταντίνος Σπέρας, ο επίσης συνδικαλιστής Ιωάννης Φανουράκης και ο αναρχικός Σταύρος Κουχτσόγλου. Ο Σπέρας θα συμμετάσχει και στην ίδρυση του ΣΕΚΕ, υποστηρίζοντας την «ύπαρξη ενός σοσιαλιστικού φορέα, ανεξάρτητου και πολυτασικού [χωρίς] τον καθοδηγητικό ρόλο και την πατερναλιστική σχέση με το εργατικό κίνημα»[11]. Μετά τη διαγραφή του θα ιδρύσει το Ανεξάρτητο Εργατικόν Κόμμα και μέσα από τις στήλες του περιοδικού Νέα Ζωή θα συνεχίσει την πολεμική του ενάντια στην ηγετική ομάδα του Κόμματος.
Οι συνδικαλιστικές τάσεις εκφράστηκαν και μέσα από τις στήλες της εφημερίδας Άμυνα με αρχισυντάκτη τον Ηρακλή Αναστασίου, υπό την καθοδήγηση του οποίου η εφημερίδα ακολούθησε με συνέπεια τη σκληρή πολεμική ενάντια στο ΣΕΚΕ και την ηγετική του ομάδα.
Πολεμική η οποία στρέφεται πλέον ενάντια στην, διαστροφική, σύμφωνα με την εφημερίδα, σύλληψη του μαρξισμού που αποτελεί ο μπολσεβικισμός. Αντιπαραβάλλουν το Εργαστήριο με το Σοβιέτ και επιτίθενται στην δικτατορία του προλεταριάτου με την επισήμανση ότι «η εργατική τάξις μισεί την δικτατορίαν οπωσδήποτε και αν λέγεται»[12]. Στην πολεμική αυτή, η εφημερίδα επικαλείται τον Μαρξ και ο Αποστολίδης επιτίθεται στους Μπεναρόγια και Γιαννιό για τον «μονόπλευρον [...] στενόν Μαρξικόν ορθοδοξισμόν τους»[13] και κατηγορεί τον διευθυντή του Ριζοσπάστη, Πετσόπουλο, τον Μπεναρόγια και τον Δημητράτο ως «κάλπικους, αριβίστας, εργατοκάπηλους, αντιδραστικούς και ουδέν άλλον»[14]. Η εφημερίδα στηρίζει όσα από τα εργατικά σωματεία δεν δέχονται την σύνδεση με το Κόμμα και διατηρούν την ανεξαρτησία τους, προβάλλοντας και επαινώντας κάθε τέτοια ενέργεια.
Παρά την συνεπή αντικρατική και αντικοινοβουλευτική της θέση, η Άμυνα δεν θα δεχθεί ως sine qua non όρο τον επαναστατικό χαρακτήρα του συνδικαλισμού, επιμένοντας πως, αφενός οι όποιες μεταρρυθμίσεις προς όφελος των εργατών πρέπει να είναι καλοδεχούμενες, αφετέρου πως η επανάσταση είναι μόνο το μέσον και όχι ο σκοπός, συνεπώς δύναται και να εγκαταλειφθεί αν ο σκοπός μπορεί να επιτευχθεί και με άλλα μέσα. Συνεπώς, «μεταρρυθμιστικός ή επαναστατικός, ο ελληνικός συνδικαλισμός συνδικαλισμός είνε μια φορά, άρα αντικαλπικός, αντιψηφοθηρικός»[15].  
Η αντιπαράθεση με τους συνδικαλιστές ένωσε τους διανοούμενους του Κόμματος καθώς  η πορεία που οι μαρξιστές, επαναστάτες και μεταρρυθμιστές, πρόκριναν για το κόμμα και την συνομοσπονδία, πορεία εξαιρετικά σαφής και καθορισμένη, βρίσκονταν σε διαμετρικά αντίθετη κατεύθυνση από αυτή που θα επιθυμούσαν οι συνδικαλιστές, όλων των τάσεων.
Η σύγκρουση με τον συνδικαλισμό κινήθηκε σε μια διπλή κατεύθυνση. Αρχικά, έπρεπε να επιβεβαιωθεί η ορθότητα και η νομιμότητα της συγκεντρωτικής αντίληψης και οι συνεπαγωγές της σχετικά με το Κράτος και τη δικτατορία του προλεταριάτου, ουσιαστικά δηλαδή της αποδοχής του μπολσεβικισμού (που πρακτικά εκφράστηκε με την σύνδεση του κόμματος με την Γ΄ Διεθνή και την αποδοχή των 21 όρων). Έπειτα, να καταπολεμηθεί η έξω πάσης πολιτικής λογική των συνδικαλιστών. Το καθήκον αυτό αναλαμβάνει, μεταξύ άλλων, ο Μπεναρόγια:
«Ο πολιτικός αγών είναι … η ανωτέρα πλέον μορφή της πάλης των τάξεων» καθώς «όταν λέμε ΄΄πολιτική δράσις΄΄ ημείς, δεν εννοούμεν μόνον την κοινοβουλευτικήν δράσιν, τουναντίον, πολιτική δράσις είνε για μας όλη η πίεσις που εξασκεί, καθ' οιονδήποτε τρόπον, ο οργανωμένος εργατικός όγκος επί της πολιτείας, όλος δηλαδή ο αγών της εργατικής τάξεως [...] μέχρι και της δεδηλωμένης επαναστάσεως» και ως εκ τούτου «η ιδέα της ‘‘ουδετερότητας των σωματείων έναντι της πολιτικής’’(έξω πάσης πολιτικής) ήτο και παραμένει μια αστική ιδέα. Δεν υπάρχει και δεν δύναται να υπάρχει ουδετερότης στον μεγάλο ιστορικόν αγώνα του επαναστατικού σοσιαλισμού και των εχθρών του. Από πίσω από την κατ’ όνομα ουδετερότητα πάντοτε εκρύβετο η πραγματική υποστήριξις της αστικής πολιτικής και η προδοσία των συμφερόντων της εργατικής τάξης»[16].
Η ένωση του επαγγελματικού φορέα με τον πολιτικό είναι η μόνη δυνατότητα, καθώς τα συνδικάτα χωρίς την καθοδήγηση του κόμματος μοιάζουν με τουφέκι χωρίς φυσέκι και η πολιτική οργάνωση χωρίς την συμμετοχή της εργατικής συνομοσπονδίας είναι φυσέκιον άνευ τυφεκίου...
Στις 28 Μαρτίου 1926, στο Γ΄ Συνεδριο της ΓΣΕΕ, ο Σπέρας διαγράφεται και κάπου εκεί τελειώνει και η ουσιαστική παρουσία των επαναστατικών συνδικαλιστικών ιδεών στο ελληνικό σοσιαλιστικό κίνημα.
Ξεκίνησα θέτοντας μια μεθοδολογική παραδοχή, η οποία προϋποθέτει, για την κατανόηση μιας κοινωνικής διαδικασίας όπως ένα κοινωνικό ή πολιτικό κίνημα, ότι θα την αντιληφθούμε ως μια δυναμική σχέση αλληλεπίδρασης. Σχέση που είναι συγκρουσιακή, όπως κάλλιστα είναι και σχέση ετεροκαθορισμού. Υιοθετώντας μια τέτοια παραδοχή στη προσπάθεια να αποτιμήσουμε την παρουσία και εξέλιξη του πρώιμου ελληνικού σοσιαλιστικού κινήματος, πρέπει πρώτα πρώτα να αμφισβητήσουμε την παραδεδομένη περιοδολόγηση της βιβλιογραφίας. Εννοώ, τη περιοδολόγηση που διακρίνει τρία στάδια στην εξέλιξη του σοσιαλιστικού κινήματος, με μια ξεκάθαρη προσπάθεια ταυτόχρονης αξιολόγησης. Έτσι, και με βάση αυτή, έχουμε το νηπιακό στάδιο, κατά το οποίο πρωτοεμφανίζονται στον ελληνικό χώρο οι σοσιαλιστικές ιδέες, μία φάση που περιγράφεται επίσης ως ουτοπική. Κατόπιν, περνάμε στο νεανικό ή εφηβικό στάδιο, χαρακτηριστικό του οποίου είναι η πρώτη αξιόλογη εμφάνιση μαρξιστών θεωρητικών. Τέλος, το ανδρικό στάδιο, τη περίοδο δηλαδή που η εργατική τάξη οργανώνεται επαγγελματικά και πολιτικά σε ενιαίους φορείς και που χαρακτηρίζεται από τη μετατροπή του ΣΕΚΕ σε ΚΚΕ. Είναι σαφές από τη μεταφορά που χρησιμοποιείται, ότι η διάκριση των σταδίων δεν είναι απλώς χρονική ή γεγονοτολογική, αλλά αξιολογική. Να θυμίσω ότι τη περιοδολόγηση αυτή την εισηγήθηκε αρχικά ο Σκληρός και προϋποθέτει μια εξελικτική και μάλλον ντετερμινιστική αντίληψη της ιστορίας, σύμφωνης με τη γενικότερη του ανάγνωση του μαρξισμού. Αυτό συνεπάγεται ότι, η συγκεκριμένη εξέλιξη του σοσιαλιστικού κινήματος, δεν ερμηνεύεται ως το αποτέλεσμα συγκρούσεων και αλληλοεπιδράσεων των διαφορετικών λογικών μέσα σε αυτό, συγκεκριμένων επιλογών και πράξεων προσώπων και συλλογικοτήτων, παρά ως μια φυσική, τρόπον τινά, και καθορισμένη εκ των πραγμάτων εξέλιξη.
Κάτι που όμως σημαίνει, απλά και μόνο, ότι, σύμφωνα με μια φράση του Νίτσε, τοποθετούμε «στην αρχή ό,τι έρχεται στο τέλος, θέτουμε τα έσχατα πριν από τα πρώτα»[17]. Αποκλείουμε έτσι την τυχαιότητα και την ενδεχομενικότητα, αποκλείοντας τελικά έτσι την ίδια την ανθρώπινη πράξη.
Η συγκεκριμένη ανάγνωση του μαρξισμού που εισήχθηκε από τους Σκληρό, Χαντζόπουλο και Γιαννιό και συνεχίστηκε με αδιαπραγμάτευτη συνέπεια από τους διανοούμενους του Κόμματος, ενός σκληρού θετικιστικού επιστημονισμού, υπερίσχυσε τελικά του μαρξισμού των συνδικαλιστών.
Και όμως, ποιος από εμάς σήμερα θα αρνούνταν την διαπίστωση του Μήτσου Χαντζόπουλου ότι ο μαρξισμός δεν μπορεί και δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως εργαλείο ερμηνείας των πάντων;
Ποιος δεν θα συμφωνούσε με την απαίτηση του Σπέρα για έναν «σοσιαλιστικό φορέα, ανεξάρτητο και πολυτασικό [χωρίς] τον καθοδηγητικό ρόλο και την πατερναλιστική σχέση με το εργατικό κίνημα»;
Ποιος δεν δυσπιστεί, πλέον, στην ιδέα της δικτατορίας του προλεταριάτου και του συγκεντρωτισμού, που τόσο επίμονα πολέμησαν οι συνδικαλιστές;
 Δυστυχώς, ή ευτυχώς, ποτέ δεν θα μάθουμε αν ο Μαρξ θα επέλεγε τη Μόσχα, την Κροστάνδη ή την Πόλη του Μεξικό. Ξέρουμε όμως ότι ο Πάνεκουκ μιλούσε για έναν κομμουνισμό των συμβουλίων, ο Maximilian Rubel ανακάλυπτε έναν αντισυγκεντρωτικό και ελευθεριακό Μαρξ, ο Miguel Abensour μας υπενθύμισε τον αντικρατιστή Μαρξ και τελευταία ο John Holloway επιχειρηματολογεί υπέρ ενός μαρξισμού που δεν θέτει ως στόχο την κατάληψη της εξουσίας. Και ευτυχώς, καμιά αναγκαιότητα δεν μας επιβάλει να συμμορφωθούμε, σε πείσμα των μαρξιστών του Κόμματος, με μια συγκεκριμένη ερμηνεία του Μαρξ. Έχοντας κατά νου ότι, όποια επιλογή και να κάνουμε, κατά πάσα πιθανότητα και αυτή μαρξισμός θα είναι, μπορούμε να επιλέξουμε τον Μαρξ ή από τον Μαρξ εκείνα για τα οποία εμείς πιστεύουμε ότι θα χαμογελούσε επιδοκιμαστικά.


[1]     Βλ. Στ. Αλεξανδρόπουλος, Αναζητώντας στρατηγική ή ταυτότητα: Ζητήματα θεωρίας των κοινωνικών κινημάτων, Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών, τ. 86, 1995, σελ. 83.
[2]                   Κ. Σμιτ, Η έννοια του πολιτικού, Κριτική, Αθήνα 1988, σελ. 125. 
[3]     Φοίνικας, Ομιλία με θέμα: Η εξέλιξη της σοσιαλιστικής ιδέας, τχ. 1, Δεκέμβριος 1915, σελ.17, όπως παρ. στο  Ρ. Σταυρίδη- Πατρικίου, Ο Γ. Σκληρός στην Αίγυπτο, σοσιαλισμός, δημοτικισμός και μεταρρύθμιση, Θεμέλιο, Αθήνα 1988, σελ. 261- 262.
[4]     Γ. Σκληρός, Το κοινωνικόν μας ζήτημα, Αθήναι 1907, σελ. 102, βλ. Λ. Αξελού (επιμ.), Έργα Γ. Σκληρού, Επικαιρότητα, Αθήνα 1976, σποραδόν στο κείμενο.
[5]               Σ. Μελάς, Συνδικαλισταί, Χρόνος, 11 Φεβρουαρίου 1912.
[6]               Ο.π..
[7]               Επιστολή (5 Οκτωβρίου 1912), ο.π..
[8]               Ο Σοσιαλισμός και το προγραμμά του. Πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων, Σοσιαλισμός, 13 Μαρτίου 1918.
[9]               Ν. Γιαννιός, Ο σοσιαλισμός του Κράτους, Εκδόσεις Σοσιαλιστικού Κέντρου, Αθήνα 1914.
[10]             Όπως μεταφέρει ο Κορδάτος από τα επίσημα πρακτικά, βλ. Γ. Κορδάτου, Ιστορία του ελληνικού εργατικού κινήματος, Μπουκουμάνης, Αθήνα 1972, σελ. 305- 307.
[11]             Κ. Σπέρας, Η απεργία της Σερίφου. Βιβλιοπέλαγος, Αθήνα 2001, σελ. 22- 23.
[12]             Διατί Άμυνα, Άμυνα, 5 Απριλίου 1920.
[13]             Ηρ. Αποστολίδης, Ανοικτή επιστολή, Άμυνα, αρ. 19, 22 Απριλίου 1920.
[14]             Ηρ. Αποστολίδης, Διά τον κ. Πετσόπουλον, Άμυνα, αρ. 137, 21 Αυγούστου 1920.
[15]             Αυτά μόνον, Άμυνα, αρ. 14, 18 Ιουλίου 1920.
[16]             Αβ. Μπεναρόγια, Ο επαγγελματικός αγών του ελληνικού προλεταριάτου, Κομμουνιστική Επιθεώρηση, αρ. 1, Ιανουάριος 1921.
[17]             Όπως παρατίθεται στο M. Foucault, Τρία κείμενα για τον Νίτσε, Πλέθρον, Αθήνα 2003, σελ. 74.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου