Κυριακή 21 Απριλίου 2013

Οι «δικές μας» τυφλές βόμβες



Η ΑΓΝΩΣΤΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΤΗΣ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑΣ

Η δικτατορία των συνταγματαρχών μάς κληροδότησε μια οργάνωση-«φάντασμα», τη Νέα Τάξη. Η δράση της ξεκινά από την περίοδο της χούντας, περνά στη μεταπολίτευση και φτάνει, χωρίς κανείς να το καταλάβει, μέχρι σήμερα

Γράφει ο ΙΟΣ 

Σύμφωνα με τα ευρήματα του FBI, οι βομβιστικοί μηχανισμοί που προκάλεσαν το αιματηρό τυφλό χτύπημα τη Δευτέρα στον Μαραθώνιο της Βοστόνης περιείχαν καρφιά και μπίλιες από ρουλεμάν. Αυτός είναι ο λόγος που υπήρξε τόσο φονικός ο απολογισμός των εκρήξεων. Τα ατσάλινα κομμάτια πετάχθηκαν σαν θραύσματα όλμων και προκάλεσαν όχι μόνο νεκρούς αλλά και πολλούς τραυματίες, από τους οποίους αρκετοί υπέστησαν ακρωτηριασμό.
Δεν μας είναι άγνωστες αυτού του είδους οι βόμβες. Παρόμοιοι βομβιστικοί μηχανισμοί είχαν τοποθετηθεί σε δύο κινηματογράφους της Αθήνας που έπαιζαν σοβιετικές ταινίες το 1978. Η πρώτη βόμβα είχε τοποθετηθεί στον κινηματογράφο «Ελλη», το Σάββατο 11.3.1978. Το σημείο όπου είχαν επιλέξει οι δράστες να τοποθετήσουν τη βόμβα και η ώρα που είχε ρυθμιστεί να εκραγεί ο μηχανισμός δεν αφήνουν καμιά αμφιβολία για τους σκοπούς τους. Ηθελαν ασφαλώς να προκαλέσουν πολλά θύματα. Σύμφωνα με την ανακοίνωση των αρχών, η βόμβα ήταν πολύ μεγάλης ισχύος, ενώ στο εσωτερικό της υπήρξαν μεταλλικά κομμάτια για να προκληθεί μεγαλύτερη βλάβη στα θύματα. Η δεύτερη βόμβα εξερράγη στον κινηματογράφο «Ρεξ», στις 20.6.1978. Ο μηχανισμός ήταν παρόμοιος, μόνο που αυτή τη φορά είχαν τοποθετηθεί στο εσωτερικό της μπίλιες από ρουλεμάν. Ο απολογισμός των τραυματιών έφτασε τους δεκαπέντε.
Οι δύο αυτές βόμβες δεν ήταν οι μοναδικές. Δεκάδες εκρήξεις καταγράφονται τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης με στόχους γραφεία κομμάτων της Αριστεράς, έντυπα, βιβλιοπωλεία. Η σκοπιμότητα του μπαράζ των βομβών ήταν διάφανη, παρά το γεγονός ότι δεν υπήρξε άμεση ανάληψη ευθύνης από τους δράστες. Αλλωστε δεν χρειάζεται να είναι κανείς επιθεωρητής Κλουζό για να κατανοήσει το κίνητρο κάποιων που έβαλαν 13 βόμβες στην Αθήνα κατά την επέτειο της πτώσης της χούντας (23.7.1978) ή άλλες 39 για να τιμήσουν τη μνήμη του βασανιστή της Ασφάλειας Μάλλιου (17.12.1978).
Αυτές όλες οι ενέργειες έχουν μείνει μέχρι σήμερα σχεδόν ανεξιχνίαστες. Μπορεί να βρέθηκαν και να συνελήφθησαν κάποιοι ως αυτουργοί ή συνεργοί τους, αλλά ποτέ δεν αποκαλύφτηκε το κεντρικό δίκτυο που οργάνωνε όλο αυτό το σκηνικό του τρόμου επί τέσσερα χρόνια, με προφανή σκοπό να αποτρέψει τη σταθεροποίηση της δημοκρατίας στη χώρα και να παραλύσει κάθε σκέψη για ριζοσπαστικότερες λύσεις σε μια περίοδο ιδιαίτερης πολιτικής ρευστότητας.
Και το σημαντικότερο: Ποτέ δεν δόθηκαν ικανοποιητικές εξηγήσεις για την αδράνεια των αρχών μπροστά στην προκλητική παρουσία στη χώρα μας ενός διεθνούς νεοφασιστικού παρακρατικού δικτύου, το οποίο βαρύνεται με σωρεία ανατρεπτικών ενεργειών σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες.
Το γνωστότερο πλοκάμι αυτού του δικτύου έχει όνομα. Λέγεται Ordine Nuovo, ελληνιστί Νέα Τάξη, και κάποιοι οπαδοί του βρίσκονται σήμερα στο ελληνικό Κοινοβούλιο.
Ποια είναι η Ordine Nuovo
Η Ordine Nuovo ιδρύθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1950 από μια ομάδα σκληροπυρηνικών στελεχών που αποσχίστηκαν από το νεοφασιστικό Ιταλικό Κοινωνικό Κίνημα (MSI). Ιδρυτής της υπήρξε ο Πίνο Ράουτι και η αρχική της μορφή είχε το προκάλυμμα ενός «Κέντρου Μελετών» (Centro Studi Ordine Nuovo). Το 1959 ένα από τα στελέχη της οργάνωσης που επιθυμούσε πιο ενεργό πολιτική δράση, ο Στέφανο ντελε Κιάε, αποχώρησε και ίδρυσε την Εθνική Πρωτοπορία (Avanguardia Nazionale). Το 1969, λίγο πριν από το μακελειό με την τυφλή βόμβα στην Πιάτσα Φοντάνα του Μιλάνου (12.12.1969, 16 νεκροί, 90 τραυματίες), η πλειονότητα της οργάνωσης επέστρεψε στο MSI. Σ’ αυτούς δεν περιλαμβάνονται τα ηγετικά στελέχη της Ordine Nuovo Κλεμέντε Γκρατσιάνι, Ελιο Μασαγκράντε και Σαλβατόρε Φράντσια, οι οποίο συνελήφθησαν το 1971 ύστερα από μια αστυνομική επιδρομή που ανακάλυψε στο κρησφύγετό τους όπλα και σχέδια ανατρεπτικών ενεργειών. Εβδομήντα τρία μέλη της Ordine Nuovo οδηγήθηκαν σε δίκη στη Ρώμη με την κατηγορία της ανασύστασης του απαγορευμένου Εθνικού Φασιστικού Κόμματος (Partito Nazionale Fascista). Τριάντα από τους κατηγορουμένους καταδικάστηκαν σε ποινές από ένα έως πέντε χρόνια και στα τέλη του 1973 η οργάνωση διαλύθηκε από τις αρχές. Εκείνη την εποχή τα μέλη της υπολογίζονταν σε 2.500.
Ενα μικρό μέρος μελών της Ordine Nuovo επέλεξε την παρανομία, με την ονομασία Ordine Nero, που είχε το προσόν να είναι πιο ακριβής και ταυτόχρονα να διατηρεί τα ίδια αρχικά (ΟΝ). Μεταξύ 1974 και 1978 η νέα ON προκάλεσε έναν θάνατο και οκτώ τραυματισμούς με βομβιστικές επιθέσεις, αλλά ευθύνεται και για τη δολοφονία στη Ρώμη, στις 10.7.1976, του εισαγγελέα Βιτόριο Οκόρσιο, ο οποίος ήταν κατήγορος στη δίκη για το μακελειό της Πιάτσα Φοντάνα και εκείνος επέβαλε να τεθεί εκτός νόμου η Ordine Nuovo.
Επειτα από μια σύντομη παρουσία στην Ελλάδα την περίοδο 1974-1975, στην οποία θα αναφερθούμε λίγο παρακάτω, τα στελέχη της Ordine Nuovo κάνουν αισθητή την παρουσία τους στην Ισπανία. Αυτός που συντονίζει την παρουσία των αλλοδαπών ακροδεξιών στη χώρα εκείνα τα τελευταία χρόνια της δικτατορίας του Φράνκο είναι μια φαινομενικά μικρή νεοναζιστική και σκληρά αντισημιτική ομάδα, το CEDADE. Πρόκειται πάλι για έναν «κύκλο μελετών», με τον ανώδυνο τίτλο «Círculo Español de Amigos de Europa» (Ισπανικός Κύκλος των Φίλων της Ευρώπης), ο οποίος, όμως έχει μια ειδίκευση. Από το 1969 άρχισε να φιλοξενεί στη Βαρκελώνη τις ετήσιες συγκεντρώσεις της Νέας Ευρωπαϊκής Τάξης (Nouvel Ordre Européen), μιας άτυπης ευρωπαϊκής συμμαχίας νεοφασιστικών και νεοναζιστικών οργανώσεων. Οπως διαπιστώνει κάποιος από τον τίτλο αυτών των συγκεντρώσεων, η Ordine Nuovo δεν είναι απλώς ευπρόσδεκτη, αλλά κυριολεκτικά συνδιοργανώνει αυτές τις συναντήσεις.
Ενα γαλλικό περιοδικό περιγράφει ως εξής την ιδιότυπη αυτή ισπανική οργάνωση: «Οι δημόσιες δραστηριότητες του CEDADE είναι σχεδόν σίγουρα μόνο η κορυφή του παγόβουνου. Μήπως το CEDADE λειτουργεί ως κέντρο συντονισμού και τεκμηρίωσης για όλο το ευρωπαϊκό ναζιστικό κίνημα; Ποια είναι η επιχειρησιακή του υποστήριξη προς τη “μαύρη” τρομοκρατία;» («Article 31», τχ. 7, 1985).
Πολύ γρήγορα αυτά τα ερωτήματα θα απαντηθούν καταφατικά. Τον Μάρτιο του 1977 συλλαμβάνεται στη Μαδρίτη το ιδρυτικό στέλεχος της οργάνωσης Ελιο Μασαγκράντε και ανακαλύπτεται ολόκληρο εργοστάσιο όπλων στο κέντρο της ισπανικής πρωτεύουσας. Μαζί του συλλαμβάνεται και ο Στέφανο ντελε Κιάε.
Το CEDADE στην Ισπανία διατηρεί ιδιαίτερες σχέσεις με τον Οτο Σκορτσένι, τον άνθρωπο του Χίτλερ για τις ειδικές αποστολές και τον Βέλγο στρατηγό των Waffen SS Λεόν Ντεγκρέλ, στον οποίο ο Χίτλερ είχε απονείμει την ανώτατη τιμή, λέγοντάς του πως «αν είχα γιο, θα ήθελα να είναι ακριβώς όπως εσείς». Ο Ντεγκρέλ έπαιξε επί χρόνια κεντρικό ρόλο στον συντονισμό του ευρωπαϊκού νεοναζιστικού κινήματος.
Η οργάνωση-φάντασμα
Ποια είναι τελικά η σχέση της Ordine Nuovo με την Ελλάδα; Παρά την έντονη εμφάνισή της με συνθήματα στους τοίχους την περίοδο των τυφλών βομβών της μεταπολίτευσης, ουδέποτε οι αρχές παραδέχτηκαν τη δράση της στη χώρα μας. Σε μια συνέντευξη Τύπου που έμεινε στην Ιστορία, ο γενικός γραμματέας του υπουργείου Δημόσιας Τάξης Αναστάσιος Μπάλκος δήλωνε στις 13.6.1975 ότι δεν υπάρχει στην Ελλάδα «Νέα Τάξις», ούτε άλλη φασιστική ομάδα. Ο κυβερνητικός αξιωματούχος πρόσθεσε ότι δεν είχε επισημανθεί κρυμμένος οπλισμός και υποστήριξε ότι είναι υπερβολικός ο θόρυβος των εφημερίδων για την ύπαρξη φασιστικών οργανώσεων. «Ο θόρυβος αυτός», συνέχισε ο Μπάλκος, «προέρχεται από τον αυτόν πολιτικόν χώρον, τον ίδιον πάντοτε και στρέφεται κατ’ οργανώσεων της αυτής πάντοτε πολιτικής τοποθετήσεως, ενώ αι οργανώσεις του άλλου άκρου, καίτοι πολύ περισσότεραι και λίαν δραστήριοι, αποσιωπούνται».
Πρόκειται για την πολύ επίκαιρη θεωρία των «δύο άκρων» που είχε εφαρμοστεί και την περίοδο της μεταπολίτευσης προκειμένου να εξομοιωθούν οι δολοφονικές τυφλές επιθέσεις των νεοφασιστών με τις δυναμικές εκφράσεις των κοινωνικών αγώνων που είχαν ξεσπάσει μετά την πτώση της χούντας.
Το αναλύει κυνικά ο Μπάλκος: «Δίδεται ούτως η εντύπωσις, ότι κατά κανόνα ο όλος θόρυβος σκοπεί εις την στροφήν της προσοχής του κοινού εις οργανώσεις ανυπάρκτους ή μικράς δραστηριότητος (αρχικώς εις την “Νέαν Τάξιν” και, όταν ο επ’ αυτής θόρυβος εκόπασε, εις τας φιλοβασιλικάς οργανώσεις), ενώ αι πράγματι δημιουργούσαι, σχεδόν καθημερινώς, ζητήματα τάξεως αγνοούνται, ως εάν ήσαν ανύπαρκτοι». Και το συμπέρασμά του είναι ατράνταχτο: «Παρά τον σχετικόν θόρυβον, το υπουργείον Δημοσίας Τάξεως επιμένει ότι δεν έχει διαπιστωθεί η ύπαρξις οργανώσεως. Υπό του Τύπου, ημερησίου και περιοδικού, πάσα εν γένει δραστηριότης, μη κομμουνιστική, αποδίδεται εις αυτήν την οργάνωσιν. Ο φερόμενος ως αρχηγός της Δ. Ναστούλης, έχει καταθέσει εις τον Αρειον Πάγον δήλωσιν ιδρύσεως κόμματος υπό τον τίτλον “Εθνική Σοσιαλιστική Ενωσις Ελλάδος”. Διά την εξακρίβωσιν τυχόν υφισταμένης σχέσεως τούτου μετά της “οργανώσεως” “Νέα Τάξις”, από πολλού χρόνου έχει επιληφθεί η δικαιοσύνη. Εξ άλλου αι κατά καιρούς καταγγελθείσαι περιπτώσεις δήθεν κακοποιήσεων υπό οπαδών της “Νέας Τάξεως” και αι συλλήψεις απολιτικών ή αριστερών ατόμων, αναγραφόντων φασιστικά κ.λπ. συνθήματα και σήματα ενισχύουν την εντύπωσιν του υπουργείου Δημοσίας Τάξεως ότι ο σχετικός θόρυβος δεν έχει βάσιν».
Για να αποδείξει, μάλιστα, του λόγου το αληθές ο Μπάλκος παρέθεσε έναν κατάλογο οργανώσεων των «δύο άκρων» προκειμένου να αποδείξει ότι δεν είναι η άκρα Δεξιά, αλλά η «άκρα Αριστερά» ο πραγματικός κίνδυνος. Και σ’ αυτόν τον κατάλογο υπήρχε από τη μια πλευρά το «κόμμα» του εθνικοσοσιαλιστή Πλεύρη («πρόκειται περί νομίμου κόμματος, διά την λειτουργίαν του οποίου έχει κατατεθή υπό του Κ. Πλεύρη σχετική δήλωσις εις Αρειον Πάγον») και από την άλλη οργανώσεις της Αριστεράς, όπως η ΚΝΕ και ο Ρήγας Φεραίος (οι οποίες «παρουσιάζουν εντυπωσιακήν ανάπτυξιν, με αξιοσημείωτη πολιτική δραστηριότητα, έκδοσιν εντύπων, έντονον προπαγάνδαν εις όλους τους τομείς, ακόμη και εις τα γυμνάσια, έναντι των δέκα γενικώς ασημάντων και υποτονικών οργανώσεων της Δεξιάς»).
Η πραγματικότητα διέψευσε την αισιοδοξία του Μπάλκου. Οπως είδαμε πιο πάνω, λίγους μήνες μετά τις καθησυχαστικές του δηλώσεις, η βομβιστική δραστηριότητα των φασιστών πολύ γρήγορα πολλαπλασιάστηκε με αλλεπάλληλα μπαράζ τυφλών επιθέσεων. Οσο για την Ordine Nuovo, τα ίχνη της παρουσίας της στην Ελλάδα είναι μέχρι σήμερα ανεξίτηλα.
Η Ordine Nuovo στην Ελλάδα
Η δικτατορία των συνταγματαρχών –όπως εξάλλου και η Ισπανία του Φράνκο- αποτέλεσε τον πολιτικό φάρο για το ιταλικό νεοφασιστικό κίνημα. Αλλά και η χούντα από την πλευρά της αναζητούσε στον χώρο των Ιταλών νεοφασιστών τους πιθανούς συμμάχους για να σπάσει την απομόνωση που της είχε επιβληθεί από πολλές χώρες και να αποτρέψει τη διαφαινόμενη αποπομπή της από το Συμβούλιο της Ευρώπης. Τη μεσολάβηση ανέλαβε ο ΕΣΕΣΙ (Εθνικός Σύνδεσμος Ελλήνων Σπουδαστών Ιταλίας), ο οποίος είχε ιδρυθεί από τη χούντα την επαύριο του πραξικοπήματος.
Αντιγράφουμε από τα επίσημα πορίσματα για τη σκοτεινή εκείνη περίοδο που έχει καταγράψει η ιταλική Γερουσία: «Την άνοιξη του 1968 οργανώθηκε από τον ΕΣΕΣΙ, μια “εκδρομή” στην Ελλάδα των συνταγματαρχών. Στην περιοδεία ήταν επικεφαλής ο Πίνο Ράουτι, ο Στέφανο ντελε Κιάε και ο Λόρις Φακινέτι και μερικές δεκάδες μέλη, καθώς και οι ηγέτες της Ordine Nuovo και της Avanguardia Nazionale. Οι συμμετέχοντες έγιναν δεκτοί από την ηγεσία του φιλικού καθεστώτος και στη συνέχεια παρακολούθησαν ένα είδος ταχύρρυθμου μαθήματος για τεχνικές διείσδυσης με σκοπούς ανατρεπτικούς, κάτι που είχε εφαρμοστεί με επιτυχία στην Ελλάδα τον προηγούμενο χρόνο. Επιστρέφοντας στην Ιταλία, οι “σπουδαστές” αφιερώθηκαν με τη σειρά τους στην εφαρμογή αυτών των τεχνικών, επιδιώκοντας να διεισδύσουν σε ομάδες της άκρας Αριστεράς».

Το αποτέλεσμα αυτών των «μαθημάτων» το είδαμε στην Ιταλία εκείνης της δραματικής περιόδου της «στρατηγικής της έντασης», με την κλιμάκωση της βίας και την ανάμιξη των μυστικών υπηρεσιών σε ένα βρόμικο κουβάρι αλληλοδιαπλοκής παράνομων οργανώσεων.
Εδώ μας αρκεί να σημειώσουμε την παρουσία όλων αυτών των στελεχών της Ordine Nuovo στην Ελλάδα ήδη από τον πρώτο χρόνο της δικτατορίας. Ομως λίγα χρόνια αργότερα, αμέσως μετά την τυπική διάλυση της οργάνωσης τον Νοέμβριο του 1973, φαίνεται ότι η Ελλάδα της χούντας πρόσφερε κάτι παραπάνω: τη φιλοξενία και την κάλυψή της. Από τις αρχές του 1974 βρίσκονται στην Ελλάδα ηγετικά στελέχη της Ordine Nuovo, τα οποία μάλιστα αναπτύσσουν προσωπικές και επαγγελματικές σχέσεις με στελέχη των εγχώριων ακροδεξιών οργανώσεων. Πιο εντυπωσιακή είναι η περίπτωση του Ελιο Μασαγκράντε, ο οποίος ενώ τον καταζητούσαν οι ιταλικές αρχές, ανέπτυξε ιδιαίτερη «επιχειρηματική» δράση στην Αθήνα με «συνεταίρο» τον νεαρό τότε εθνικοσοσιαλιστή Αριστοτέλη Καλέντζη. Ενα εστιατόριο (το «Βερόνα» στην Πλάκα) και ένα τουριστικό γραφείο («Νόστος» στην οδό Μητροπόλεως) αποτέλεσαν το κέντρο συγκέντρωσης και συντονισμού πολλών Ιταλών της Ordine Nuovo μέχρι τις αρχές του 1975. Στο εστιατόριο αυτό σύχναζε και ο τότε αρχηγός της Ordine Nuovo Κλεμέντε Γκρατσιάνι. Μόνο μετά τις αποκαλύψεις του Τύπου (ειδικά του περιοδικού «Αντί») οι ελληνικές αρχές επενέβησαν και συνέλαβαν τον Μασαγκράντε και τον «μάγειρα» του εστιατορίου, δηλαδή τον επίσης καταζητούμενο από τους Ιταλούς Κλαούντιο Μπιτζάρι. Αλλά και τότε τους παρέδωσαν στις ιταλικές αρχές χωρίς να τους ανακρίνουν για τη δράση τους στην Ελλάδα.
Η Νέα Τάξη του 2013
Ολα αυτά θα είχαν μόνο ιστορική σημασία αν δεν μας βοηθούσαν να κατανοήσουμε ορισμένες πολύ σύγχρονες πολιτικές εξελίξεις στη χώρα μας και ειδικά τη διατήρηση της Χρυσής Αυγής επί τόσες δεκαετίες στο καλά προστατευμένο αυγό της, έως ότου προκύψουν οι πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες που όλοι γνωρίζουμε ότι επέτρεψαν τη γιγάντωσή της.
Αρκούμαστε να απαριθμήσουμε ορισμένα δεδομένα:

  • Ενας από τους συλληφθέντες για το μπαράζ των αιματηρών βομβιστικών επιθέσεων του 1978 ήταν και ο Νικόλαος Μιχαλολιάκος. Αρχικά κατηγορήθηκε κι αυτός και οι συνεργοί του με τον αντιτρομοκρατικό νόμο της εποχής (774/1978), ως μέλος «τρομοκρατικής ομάδας», τελικά όμως έπεσε στα μαλακά ως απλός κάτοχος και προμηθευτής εκρηκτικών προς άλλους.
  • Ο «συνεταίρος» του υπαρχηγού της Ordine Nuovo Ελιο Μασαγκράντε, ο εθνικοσοσιαλιστής Αριστοτέλης Καλέντζης, υπήρξε συγκατηγορούμενος του Μιχαλολιάκου στην ίδια υπόθεση και συνοδοιπόρος του κατά την ίδρυση της Χρυσής Αυγής, ενώ αρθρογραφούσε στο περιοδικό της οργάνωσης ακόμα και από τη φυλακή.
  • Η αρχική οργανωτική μορφή της Χρυσής Αυγής είναι «κύκλος μελέτης του εθνικοσοσιαλισμού». Αλλά αυτή είναι ακριβώς η μορφή που όπως είδαμε έπαιρναν τα παρόμοια μορφώματα σε όλη την Ευρώπη για να αποφύγουν την άμεση αντιπαράθεση με τις αρχές. Η επιλογή των «πολιτιστικών κύκλων» και των «κέντρων μελετών» ήταν υποχρεωτική κατά την περίοδο που το διεθνές νεοφασιστικό κίνημα είχε μπει στο στόχαστρο κάποιων ευρωπαϊκών κυβερνήσεων.
  • Η πρώτη διεθνής επαφή της Χρυσής Αυγής είναι με αυτή την ισπανική νεοναζιστική ομάδα CEDADE, αυτή που περιέθαλψε τον Μασαγκράντε και τον Ντελε Κιάε, μετά την ανακάλυψη των στελεχών της Ordine Nuovo στην Ελλάδα. Από τα πρώτα τεύχη του περιοδικού «Χρυσή Αυγή» (1981-1982) προβάλλεται η δραστηριότητα του CEDADE, ενώ διαφημίζεται και η παρουσία της ελληνικής οργάνωσης στις διεθνείς συνάξεις της Νέας Τάξης. Για τις σχέσεις της Χρυσής Αυγής με το CEDADE ενδιαφέρον έχει και η πρόσφατη αποκάλυψη του Κλέωνα Ιωαννίδη για τη συμμετοχή της ελληνικής οργάνωσης στο συνέδριο της Νέας Τάξης στη Βαρκελώνη το 1981 («Αυγή της Κυριακής», 31.3.2013). 
  • Στην Ισπανία υποδέχεται τους εκπροσώπους της Ordine Nuovo και της Χρυσής Αυγής ο ίδιος άνθρωπος, ο διαβόητος Λεόν Ντεγκρέλ.
  • Πέρα από τους κλασικούς του εθνικοσοσιαλισμού (Χίτλερ, Ρόζενμπεργκ κ.λπ.) κοινός ιδεολογικός πρόγονος της Ordine Nuovo και της Χρυσής Αυγής είναι ο Ιταλός φασίστας διανοούμενος Τζούλιους Εβολα.
  • Η πρώτη προσπάθεια της Χρυσής Αυγής να βγάλει εφημερίδα έφερε τον τίτλο «Ετος Μηδέν» και υπότιτλο «Λαϊκή Πατριωτική Επιθεώρηση». Κατά σύμπτωση, τον ίδιο τίτλο (Anno Zero) έφερε και το περιοδικό που κυκλοφόρησε μετά τη δικαστική απαγόρευση της Ordine Nuovo για πέντε τεύχη, τον χειμώνα και την άνοιξη του 1974, από στελέχη της οργάνωσης με εκδότη τον Σαλβατόρε Φράντσια.
  • Και αν δεν θεωρούνται όλα αυτά αρκετά, υπάρχει το νέο ιδεολογικό έντυπο της Χρυσής Αυγής, το οποίο πολύ πρόσφατα, τον περασμένο Φεβρουάριο, είχε πολυσέλιδο αφιέρωμα στον διαβόητο ιδρυτή της Ordine Nuovo: «Πίνο Ράουτι: παρών! Απεβίωσε ο ιδρυτής της Ordine Nuovo» (περιοδικό «Μαίανδρος», τχ. 2). «Ο ίδιος ο Ράουτι», γράφει το άρθρο του Παύλου Γκάστη στο χρυσαυγίτικο έντυπο, «κατηγορήθηκε ότι αποτελούσε σύνδεσμο μεταξύ Ελλήνων και Ιταλών νεοφασιστών. Οι κατηγορίες αυτές θα οδηγήσουν τον Ράουτι σε δικαστικές περιπέτειες, χωρίς τελικά να αποδειχθεί τίποτε».
Το συμπέρασμά μας είναι σαφές. Η Νέα Τάξη ή Ordine Nuovo δεν έπαψε ποτέ να υπάρχει στη χώρα μας. Μόνο που σήμερα φέρει ένα άλλο όνομα.

Η Ordine Nuovo και οι ΗΠΑ
Χάρη στα Wikileaks και την αποδέσμευση των επίσημων εγγράφων του Στέιτ Ντιπάρτμεντ (με τον νόμο για την ελευθερία της πληροφόρησης, FOIA) είναι προσβάσιμα ορισμένα τηλεγραφήματα διπλωματικών αξιωματούχων των ΗΠΑ σχετικά με τη δράση της Ordine Nuovo. Δυστυχώς μέχρι στιγμής η δημοσιοποίηση των τηλεγραφημάτων φτάνει μόνο μέχρι το 1976.
Στις 23.11.1973 η πρεσβεία των ΗΠΑ στη Ρώμη ανακοινώνει την είδηση ότι η ιταλική κυβέρνηση αποφάσισε τη διάλυση της Ordine Nuovo με το εξής σχόλιο: «Το βασικό στοιχείο της κυβερνητικής απόφασης έγκειται στο γεγονός ότι δημιουργεί ένα προηγούμενο για μελλοντικές ενέργειες εναντίον άλλων εξωκοινοβουλευτικών ακροδεξιών δυνάμεων και απειλεί ακόμα και το ίδιο το MSI. Υπάρχουν πληροφορίες ότι σειρά έχει η νεοφασιστική Avanguardia Nazionale» (σ.σ. πράγμα το οποίο συνέβη).
Στις 14.1.1975 το προξενείο των ΗΠΑ στη Θεσσαλονίκη αναφέρεται σε «τοπική έρευνα για τη φασιστική οργάνωση Νέα Τάξις», ύστερα από έκρηξη βόμβας σε εστιατόριο της πόλης. Το σχόλιο του προξένου είναι πως «παρά το γεγονός ότι ορισμένοι μάρτυρες αμφισβητούν καν την ύπαρξη βόμβας, η αστυνομία διερευνά την υπόθεση, εξαιτίας των προκηρύξεων που βρέθηκαν». Οι προκηρύξεις αυτές με την υπογραφή Νέα Τάξις είχαν τα συνθήματα: «Η Νέα Τάξις χτυπά όποιον θέλει, όπου θέλει και όποτε θέλει» και «Ευρώπη Ενωμένη, Οργανωμένη και Οπλισμένη». Σύμφωνα με το τηλεγράφημα, «η αστυνομία πιστεύει ότι ίσως αυτά τα συνθήματα είναι έργο αριστερών προβοκατόρων».
Στις 15.1.1975 η πρεσβεία των ΗΠΑ στην Αθήνα, σε τηλεγράφημα που υπογράφει ο πρεσβευτής Τζακ Κιούμπις, αναφέρει την είδηση ότι οι ελληνικές αρχές αποφάσισαν να εκδώσουν στην Ιταλία τα «μέλη της νεοφασιστικής οργάνωσης Ordine Nuovo Ελιο Μασαγκράντε και Κλαούντιο Μπιτζάρι», τους οποίους «είχαν υπό παρακολούθηση για πολλούς μήνες». Ενδιαφέρον έχει και η παρατήρηση ότι οι ελληνικές αρχές «δεν ανέφεραν τους νομικούς λόγους στους οποίους στηρίζεται η απόφαση της απέλασης», ενώ εκτιμάται ότι «η περαιτέρω έρευνα η οποία διατάχθηκε από τον υπουργό Δημόσιας Τάξης Γκίκα αναμένεται να αποκαλύψει και άλλες πτυχές της υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένης της πιθανής εμπλοκής Ελλήνων πολιτών στην οργάνωση». Στις διπλανές στήλες εξηγούμε ότι η στάση των ελληνικών αρχών ήταν ακριβώς αντίθετη: λίγους μήνες αργότερα, το ίδιο υπουργείο διέψευδε ακόμα και την ύπαρξη της οργάνωσης.
Στις 13.7.1976 η πρεσβεία των ΗΠΑ στη Ρώμη αναφέρεται στη δολοφονία του εισαγγελέα Βιτόριο Οκόρσιο και διαπιστώνει πως «παρά το γεγονός ότι υπάρχουν προκηρύξεις και τηλεφωνήματα που την αποδίδουν στις Ερυθρές Ταξιαρχίες, δεν υπάρχουν πολλές αμφιβολίες ότι υπεύθυνη είναι η Ordine Nuovo, της οποίας την υπόθεση χειρίστηκε ο εισαγγελέας», ενώ «σήμερα έχουν καταδικαστεί ή δικάζονται ακόμα πολλά μέλη της».
Στις 22.7.1976 το προξενείο των ΗΠΑ στη Θεσσαλονίκη αναφέρεται σε βομβιστικές ενέργειες των νεοφασιστών με χαμηλούς τόνους: «Υπήρξε πριν από τρεις μήνες μια μικρή βόμβα σε ένα αριστερό βιβλιοπωλείο, με ασήμαντες ζημιές και κανένα τραυματισμό. Μια χειροβομβίδα είχε τοποθετηθεί στην αίθουσα της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής τη μέρα των φοιτητικών εκλογών. Ανακαλύφτηκε μετά από ανώνυμο τηλεφώνημα που προειδοποιούσε για έκρηξη». «Η αστυνομία διενεργεί έρευνες για τις τοπικές παρακρατικές οργανώσεις, αλλά η αντίδραση των πολιτών σε σχέση μ’ αυτές τις έρευνες υπήρξε κυνική και ελάχιστα αποτελέσματα αναμένονται, διότι οι οργανώσεις είναι μικρές και πολλοί πιστεύουν ότι έχουν επαφή αν όχι ενθάρρυνση από την αστυνομία».
Πάντως, σύμφωνα με τον πρόξενο, «τα δύο βομβιστικά περιστατικά δεν ήταν ασήμαντα και μπορεί να προκαλούσαν σοβαρούς τραυματισμούς, ακόμα και θανάτους». Το συμπέρασμα είναι πάντως μάλλον αθωωτικό: «Δεν φαίνεται να ήταν αυτός ο στόχος των βομβιστών».

ΔΙΑΒΑΣΤΕ

Senato della Repubblica, Camera dei Deputati
«Commissione Parlamentare d’Inchiesta sul Terrorismo in Italia e sulle Cause della Mancata Individuazione dei Responsabili delle Stragi»
(26.4.2001)
Οι εκθέσεις της ερευνητικής επιτροπής της ιταλικής Γερουσίας για τα αιματηρά γεγονότα της περιόδου της «στρατηγικής της έντασης» και ο ρόλος της Ordine Nuovo.
Προσβάσιμες στον επίσημο ιστότοπο της Γερουσίας: http://goo.gl/D7Mwg

Sheelagh Ellwood
«The extreme right in Spain: a dying species?»
Στο Luciano Cheles et al. (επιμ.), «The Far Right in Western and Eastern Europe».
(Longman, Νέα Υόρκη 1991)
Η διαπλοκή των στελεχών της Ordine Nuovo με την ισπανική CEDADE, αδελφή οργάνωση της Χρυσής Αυγής.

Vittorfanco S. Pisano
«The Dynamics of Subversion and Violence in Contemporary Italy»
(Hoover Institution Press, Στάνφορντ 1987)

Franco Ferraresi
Minacce alla Democrazia. La Destra radicale e la strategia della tensione in Italia nel dopoguerra
(Feltrinelli, Μιλάνο 1995)

Νίκος Κλειτσίκας, Andrea Speranzoni
«Φαινόμενα Τρομοκρατίας»
(εκδ. «Προσκήνιο», Αθήνα 2003)

ΕΠΙΣΚΕΦΤΕΙΤΕ

https://www.wikileaks.org/plusd/
Τα έγγραφα των Wikileaks της περιόδου 1973-1976.

ΦΟΡΕΙΣ ΤΟΥ ΙΟΥ: Τάσος Κωστόπουλος, Αντα Ψαρρά, Δημήτρης Ψαρράς     ios@efsyn.gr

21/04/2013

Σάββατο 20 Απριλίου 2013

Δελτίο Τύπου, Καρδίτσα 20 Απρίλη 2013

Η χθεσινή κατάπτυστη ανακοίνωση της Χρυσής Αυγής Καρδίτσας δείχνει για άλλη μια φορά πως αυτή η εγκληματική οργάνωση χειρίζεται με μαεστρία το ψέμα – ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των ναζιστικών οργανώσεων. Σε ανακοίνωσή τους κόβουν και ράβουν στα μέτρα τους την αλήθεια για τα γεγονότα των τελευταίων ημερών στην πόλη μας. Ως πετυχημένοι λασπολόγοι, αυτοί που καθημερινή αναδεικνύονται ως ο καλύτερος σύμμαχος της μνημονιακής λαίλαπας καταλήγουν σε έναν εμετικό επίλογο περί δήθεν πατριωτισμού.
Πέμπτη 12/4: μετά το τέλος εκδήλωσης – προβολή ταινίας αντιφασιστικού περιεχομένου, εκδηλώθηκε στην πόλη της Καρδίτσας επίθεση με μαχαίρι σε ανυποψίαστο νεαρό που κατευθύνονταν προς το σπίτι του από ομάδα φουσκωτών με ναζιστικά χαρακτηριστικά, κάποιοι εκ των οποίων γνωστοί στην τοπική κοινωνία. Την Δευτέρα 15/4 ακολούθησε ειρηνική αντιφασιστική συγκέντρωση και πορεία με σύνθημα: «καμιά ανοχή στους εχθρούς της ελευθερίας». Προφανώς ενοχλημένα τα από τα δημοκρατικά αντανακλαστικά της τοπικής κοινωνίας, στελέχη της τοπικής Χ.Α. οργάνωσαν μαφιόζικο σεργιάνη στους δρόμους της πόλης προκαλώντας άτομα που το παρουσιαστικό τους δεν ήταν αρεστό στα φασιστικά τους πρότυπα (μακριά μαλλιά, σκουλαρίκια, κλπ). Σ’ αυτή τη προκλητική συμπεριφορά υπήρξε αντίδραση από θαμώνες καφετεριών και πλήθος κόσμου (περίπου 70 άτομα - κυρίως νέοι) που εκδίωξαν τα 10 μέλη της Χ.Α. τα οποία έγιναν λούηδες και αναζήτησαν καταφύγιο στα γραφεία τους. Η αστυνομική επέμβαση πρόλαβε τα χειρότερα.
Ο ειρηνικός - δημοκρατικός λαός της Καρδίτσας αποκρούει τις επιθέσεις των νοσταλγών της χούντας. Ο μαίανδρος κύριοι της Χ.Α., αρχαιοελληνικό σύμβολο που μαγαρίζεται στη σημαία σας δεν θα προβάλλει ποτέ σε κανένα κυβερνητικό κτήριο. Όσο για την γαλανόλευκη, δεν την αξίζετε. Όταν κάποιοι την ανέβαζαν στην ακρόπολη σκίζοντας την χιτλερική σβάστικα, οι ομοϊδεάτες σας , γλεντοκοπούσαν με τα αργύρια της μαύρης αγοράς.

ΤΑ ΞΕΧΑΣΜΕΝΑ ΣΚΑΝΔΑΛΑ ΤΗΣ "ΕΘΝΟΣΩΤΗΡΙΟΥ"



Εφτά χρόνια αρπαχτή

Ο Τύπος δεν ασχολούνταν με σκάνδαλα, ούτε σκανδαλιζόταν από τις σχέσεις των κρατούντων με τους μεγιστάνες του πλούτου. Είχε έρθει άλλωστε το πλήρωμα του χρόνου για να εκπληρωθεί το Τάμα του Έθνους.

Στους έντονα αντικοινοβουλευτικούς καιρούς μας, ένα δόλιο φάντασμα πλανιέται στον αέρα: ο ισχυρισμός περί «τιμιότητας» των δικτατόρων που κατέλαβαν πραξικοπηματικά την εξουσία το 1967 για να την επιστρέψουν πριν από 36 χρόνια, σαν βρεγμένες γάτες, «στους πολιτικούς».

Πρόκειται βέβαια για μύθο, θεμελιωμένο στη μίζερη εικόνα των επιζώντων «πρωταιτίων» – αφού πρώτα έχασαν την εξουσία, στερήθηκαν όσα είχαν παράνομα καρπωθεί και υπέστησαν τις οικονομικές συνέπειες της κοινωνικής απομόνωσής τους. Ακόμη κι αυτή η εικόνα δεν αφορά, ωστόσο, παρά ελάχιστους πρωτεργάτες της δικτατορίας. Αγνοεί την οικονομική ευμάρεια πάμπολλων μεσαίων ή «πολιτικών» στελεχών της, που η νομική κατασκευή περί «στιγμιαίου αδικήματος» άφησε παντελώς ατιμώρητα ν’ απολαμβάνουν τα αποκτήματά τους.

Την επιβίωση του μύθου διευκολύνει η χαώδης διαφορά του τότε με το σήμερα, όσον αφορά τη δυνατότητα δημόσιας συζήτησης για παρόμοια ζητήματα. Επί χούντας η ραδιοτηλεόραση ήταν κρατική (κι αυστηρά προπαγανδιστική), ενώ ο Τύπος περνούσε από δρακόντεια λογοκρισία. Οποιαδήποτε έρευνα ή ακόμη και νύξη για κρατικά σκάνδαλα ήταν απλά αδιανόητη. χαρακτηριστικό το κύριο άρθρο του Γιάννη Καψή στον «Ταχυδρόμο» (24.5.74), όταν η δικτατορία Ιωαννίδη δημοσιοποίησε το (παπαδοπουλικό) «σκάνδαλο των κρεάτων»:

«Δεν είναι καινούρια η υπόθεση. Μήνες ολόκληρους οι φήμες οργίαζαν. Κι όμως κανείς δεν τολμούσε. Κανείς δεν είχε το θάρρος να μεταβάλει τον ψίθυρο σε καταγγελία. Κι όσο οι φήμες απλώνονταν, αγκαλιάζοντας όλο και περισσότερους υπεύθυνους και μη, τόσο μεγάλωνε κι ο φόβος μήπως θίξουμε τα κακώς κείμενα. Ήταν μια ‘συνωμοσία κραυγαλέας σιωπής’, χάρη και στη δρακόντεια νομοθεσία που ρυθμίζει -και συμπιέζει- την ενάσκηση του λειτουργήματός μας».

Μετά τη Μεταπολίτευση, ο Τύπος ξεχείλισε βέβαια από πληροφορίες για σκάνδαλα της χουντικής επταετίας. Ομως αυτά θεωρούνταν τότε -και σωστά- απλές παρωνυχίδες μπροστά στα υπόλοιπα εγκλήματα της δικτατορίας.

Απολαβές και «ασυλία»

Το πρώτο πράγμα που φρόντισαν να κάνουν οι ηγέτες της χούντας, ήταν να αυγατίσουν τα εισοδήματά τους –σε σχέση όχι μόνο με τους ώς τότε δημοσιοϋπαλληλικούς μισθούς τους, αλλά και με τις απολαβές της ανατραπείσας κοινοβουλευτικής «φαυλοκρατίας». Με τον Α.Ν. 5 του 1967, ο μισθός του πρωθυπουργού υπερδιπλασιάστηκε (από 23.600 σε 45.000 δρχ), των υπουργών και υφυπουργών αυξήθηκε από 22.400 σε 35.000 δρχ, ενώ θεσπίστηκαν -για πρώτη φορά- ημερήσια «εκτός έδρας» 1.000 και 850 δρχ αντίστοιχα («Πολιτικά Θέματα» 5.10.73).

Ακολούθησαν κι άλλες «τακτοποιήσεις», όπως η καταχρηστική στεγαστική αποκατάσταση «αξιωματικών διαδραματισάντων εξέχοντα ρόλον» στο πραξικόπημα με ειδική ρύθμιση του 1970 («Πολιτικά Θέματα» 8.2.75).

Οι δικτάτορες θεσμοθέτησαν τέλος τη μελλοντική ασυλία τους, με ρυθμίσεις που κάνουν τα σημερινά κουκουλώματα να μοιάζουν με παιδικό παιχνίδι. Η χουντική νομοθεσία «περί ευθύνης υπουργών» (Ν.Δ. 802 της 30.12.1970) περιείχε «μεταβατική διάταξη» (§ 48) βάσει της οποίας δίωξη υπουργού ή υφυπουργού της χούντας μπορούσε να γίνει μόνο με απόφαση των ...συναδέλφων τους. Επιπλέον, όλα τα «εγκλήματα δια τα οποία δεν ησκήθη ποινική δίωξις μέχρι της ημέρας συγκλήσεως» της μελλοντικής Βουλής, θεωρούνταν αυτομάτως παραγεγραμμένα!

Προϋπόθεση για την ατιμωρησία συνιστούσε, φυσικά, η επιτυχία της ελεγχόμενης επιστροφής στον κοινοβουλευτισμό «αλά τουρκικά». Η εξέγερση του Πολυτεχνείου τίναξε όμως το εγχείρημα στον αέρα, με αποτέλεσμα τον κάθετο θεσμικό διαχωρισμό της Μεταπολίτευσης απ’ το προηγούμενο καθεστώς.

Τα μαύρα κρέατα

Το μόνο σκάνδαλο που εκκαθαρίστηκε δικαστικά επί χούντας, αποκαλύφθηκε για λόγους προπαγανδιστικής «νομιμοποίησης» της ανατροπής του Παπαδόπουλου απ’ τον Ιωαννίδη. Πρόκειται για την (κυριολεκτικά δύσοσμη) «υπόθεση των κρεάτων», με βασικούς κατηγορούμενους τον πρώην υφυπουργό Εμπορίου Μιχαήλ Μπαλόπουλο και το Γεν. Διευθυντή του Υπουργείου (και διορισμένο πρόεδρο της ΑΔΕΔΥ) Ζαφείριο Παπαμιχαλόπουλο.

Το κατηγορητήριο αφορούσε ποικίλες παρανομίες, με κυριότερη τη «δωροληψία κατά συρροήν» από μεγαλεμπόρους για τη μονοπωλιακή εξασφάλιση αδειών εισαγωγής κρέατος –με αποτέλεσμα παράνομες ανατιμήσεις («καπέλα») σε βάρος των καταναλωτών. Επιμέρους πτυχή του σκανδάλου συνιστούσε η απαγόρευση διάθεσης ντόπιων ζώων, ώστε να πουληθούν τα προβληματικά κρέατα Αργεντινής που «μαύριζαν» και «δεν τάθελε ο κόσμος». Στη δίκη πρόκυψε ανάμιξη του Παττακού – αναγνώστηκε, μάλιστα, και διαταγή του (21.9.72) «όπως διατεθούν το ταχύτερον εις την κατανάλωσιν» τα επίμαχα προϊόντα.

Ο Μπαλόπουλος καταδικάστηκε σε 3,5 χρόνια φυλάκιση, ποινή που το 1976 μειώθηκε σε 14 μήνες. Δεν διώχθηκε, αντίθετα, για την επίδοση που τον έκανε ευρύτερα διάσημο: το «μπαλόσημο» που (φέρεται να) εισέπραττε ως γραμματέας του ΕΟΤ, με το παρατσούκλι «ο κύριος 10%».

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι σχετικές ημερολογιακές εγγραφές του διπλωμάτη Γεωργίου Χέλμη, γαμπρού του Μαρκεζίνη. «Φαίνεται πως συνελήφθη ο Μπαλόπουλος, πρώην του Τουρισμού, για οικονομικά σκάνδαλα και καταδιώκεται ο Παύλου, γαμπρός του Παττακού, επίσης για οικονομικά σκάνδαλα (υπόθεσις κρεάτων)», σημειώνει στις 21.1.74, για να συμπληρώσει στις 5.2: «Για τα σκάνδαλα, πιστεύει ο Μομφεράτος ότι τίποτε δεν πρόκειται να προωθήσουν, διότι φοβούνται να έλθουν εις αντιθέσεις και, άλλωστε, δεν έχουν μάρτυρες να καταθέσουν». Με τη δημοσιοποίηση της δίωξης, εκτιμά τέλος «ότι κατά την δίκη θα προκύψουν και στοιχεία για άλλες υποθέσεις (ίσως σκάνδαλα στον τουρισμό κά)» («Ταραγμένη διετία», Αθήνα 2006, σ.123, 129 & 161).

Η «νέα φαυλοκρατία»

Η δυσοσμία δεν περιοριζόταν ωστόσο στα κρέατα. Επτά μήνες μετά το πραξικόπημα, ο εκδότης του «Ελεύθερου Κόσμου» (και κεντρικός προπαγανδιστής της χούντας) Σάββας Κωσταντόπουλος εξομολογείται γραπτά στον παλιό του πάτρωνα Κωνσταντίνο Καραμανλή: «Λυπούμαι, διότι είμαι υποχρεωμένος να μνημονεύσω και ένα άλλο εκτάκτως λυπηρόν φαινόμενον. Ενεφανίσθη και αναπτύσσεται μία νέο-φαυλοκρατία (ατομικά ρουσφέτια, προσωπικαί εξυπηρετήσεις, τακτοποιήσεις συγγενών, ατομική προβολή κοκ)» («Αρχείο Καραμανλή», τ.7ος, σ.50).

Παρά τη στενή σχέση του με το καθεστώς, ο Κωσταντόπουλος διατήρησε την ίδια γνώμη μέχρι τέλους. Αναλύοντας το Δεκέμβριο του 1973 στον Καραμανλή την ανατροπή του Παπαδόπουλου, τονίζει πως «είχε υποστεί το καθεστώς και αυτός προσωπικώς ηθικήν φθοράν εις την συνείδησιν των Ενόπλων Δυνάμεων. Μεγάλην ζημίαν του έκαμε η σύζυγός του και ο ταξίαρχος Μ. Ρουφογάλης, τον οποίον είχε τοποθετήσει εις την ΚΥΠ. Έκαμαν προκλητικάς ενεργείας (εντυπωσιακοί γάμοι, θορυβώδεις δεξιώσεις, δημόσιαι εμφανίσεις με μεγαλοπλουσίους, επίδειξις πλούτου κλπ). Μοιραίον ρόλον έπαιξαν και οι γαμβροί ωρισμένων παραγόντων του καθεστώτος (του κ. Σ. Παττακού και άλλων). Εδημιουργήθη μία αποπνικτική ατμόσφαιρα σκανδάλων δια την οποίαν δεν δυνάμεθα ακόμη να γνωρίζωμεν μέχρι ποίου σημείου ανταπεκρίνετο εις την πραγματικότητα. Πάντως, αντιστοιχία υπήρχε οπωσδήποτε» (όπ.π., σ.203-5).

Παρόμοια αίσθηση αναδύουν κι οι επιστολές του «γεφυροποιού» Ευάγγελου Αβέρωφ προς τον Καραμανλή: «κυκλοφορούσαι φήμαι περί μεγάλων ή μικρών σκανδάλων (δημοπρασίαι τηλεοράσεως, ΟΛΠ, σύμβασις Reynolds, βέβαιοι μικρολοβιτούραι Ματθαίου και άλλα)» (14.10.68), «ανησυχία» του Παπαδόπουλου για «τα γύρω του σκάνδαλα, το ξεχαρβάλωμα της Διοικήσεως» (28.10.72).

Ιδια γεύση και στη συνομιλία του νεαρού -τότε- πολιτικού επιστήμονα Θεόδωρου Κουλουμπή με τον παλαίμαχο μεταξικό υπουργό Ασφαλείας, Κωνσταντίνο Μανιαδάκη (27.8.71): «Και για το στρατό; τον ρώτησα. Η απάντησή του ήταν να τρίψει τα δάχτυλα του δεξιού του χεριού, υπονοώντας ότι δωροδοκούνται» («Σημειώσεις ενός πανεπιστημιακού», σ.116-7).

Ειδική πτυχή της «νεοφαυλοκρατίας» αποτέλεσε η ποικιλότροπη «τακτοποίηση» του συγγενικού περιβάλλοντος των δικτατόρων:

* Ο Μακαρέζος διόρισε υπουργό Γεωργίας (κι αργότερα Βορείου Ελλάδος) τον κουνιάδο του, Αλέξανδρο Ματθαίου.

* Ο Λαδάς έκανε τον ένα ξάδερφό του διοικητή της ΑΣΔΕΝ και τον άλλο Γ.Γ. Κοινωνικών Υπηρεσιών.

* Ο γαμπρός του Παττακού Αντρέας Μεϊντάσης επιδόθηκε σε μπίζνες με το Δήμο Αθηναίων –από την κατασκευή του υπόγειου γκαράζ της Κλαυθμώνος μέχρι μια τεχνική μελέτη αξιοποίησης δημοτικού ακινήτου, ύψους 1.109.000 δρχ.

* Τα αδέρφια του αρχηγού βολεύτηκαν κι αυτά. Ο Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος ως στρατιωτικός ακόλουθος, Γ.Γ. του Υπ. Προεδρίας, Περιφερειακός Διοικητής Αττικής και «υπουργός παρά τω πρωθυπουργώ». Ο Χαράλαμπος Παπαδόπουλος αναρριχήθηκε αστραπιαία στην υπαλληλική ιεραρχία για να αναλάβει Γ.Γ. Δημ. Τάξεως. Σύμφωνα με τα απομνημονεύματα βαθμοφόρου υφισταμένου του, «μένει γνωστός σαν ‘μπον φιλέ’ γιατί, τυλιγμένος σε χειμωνιάτικο παλτό, τρέχει νύκτα μαζί με αξιωματικούς αστυνομίας πόλεων στα καμπαρέ σαν γκάγκστερς και τρώγουν φιλέτο» (Αλέξανδρος Δρεμπέλας, «Ο θρήνος του χωροφύλακα», Αθήνα 1998, σ.118).

Ειδική κατηγορία σκανδάλων συνιστούν οι ανεξέλεγκτες δανειοδοτήσεις «ημετέρων». Τον πρώτο καιρό μετά τη μεταπολίτευση το θέμα απασχόλησε επανειλημμένα τα ΜΜΕ, για προφανείς όμως λόγους οι σχετικές κατηγορίες ουδέποτε ερευνήθηκαν σε βάθος. Αποκαλυπτικά είναι δυο έγγραφα του τότε αρχηγού της ΚΥΠ Μιχαήλ Ρουφογάλη που αποκάλυψε ο «Ταχυδρόμος» (29.8 και 12.9.74), με το ενδοκαθεστωτικό φακέλωμα «δανείων άτινα θεωρούνται χαριστικά ή επισφαλή», καθώς και των παραγόντων που «παρενέβησαν» για τη χορήγησή τους. Το συνολικό ύψος των «χορηγηθέντων» δανείων ήταν 1.519.000.000 δρχ. και των «υπό έγκρισιν» 1.644.000.000 δρχ.

Ενδιαφέρουσα και η εμπιστευτική ενημέρωση του Χαρίλαου Χατζηγιάννη, προσωπικού φίλου του δικτάτορα, προς τον αυλάρχη του εξόριστου βασιλιά Κωνσταντίνου (25.11.70): «Αυξάνεται η επιρροή της Δέσποινας [Παπαδοπούλου], του Ρουφογάλη και του Φραγκίστα. Η Δέσποινα ανακατεύεται σε όλα και, αναμφισβήτητα, επηρεάζει τον άντρα της. Ακόμη και η κόρη της παίζει ρόλο. Μιλούν και για οικονομικά συμφέροντα. Ο Λαδάς φώναξε τον Χατζηγιάννη και του συνέστησε, φιλικά, να διαφωτίσει τον Παπαδόπουλο» (Λεωνίδας Παπάγος, «Σημειώσεις 1967-1977», Αθήνα 1999, σ.296).

Η Ντόλτσε Βίτα

Την εικόνα συμπληρώνουν, από διαφορετική οπτική γωνία, οι αναμνήσεις της Ντέλλας Ρουφογάλη, φωτομοντέλου που το 1973 παντρεύτηκε το διοικητή της ΚΥΠ: «Αρχίζω να ράβω την καινούρια μου γκαρνταρόμπα στους μετρ της ραπτικής για τους οποίους μέχρι τώρα έκανα επιδείξεις. Η ζωή μου έχει αλλάξει τελείως, το ίδιο και η συμπεριφορά όλων απέναντί μου. Μου φέρονται με έκδηλο σεβασμό και τα κοπλιμέντα τους είναι υπερβολικά. Αλλά μου αρέσει. Εγώ εξακολουθώ να φέρομαι φιλικά προς τους παλιούς γνωστούς και τους κανούριους, πλούσιους φιλοχουντικούς επιχειρηματίες που πληθαίνουν μέρα με τη μέρα μαζί με τα ραβασάκια για ρουσφέτια. Αισθάνομαι πως έχω υποχρέωση να εξυπηρετήσω τους πάντες. Ο Μιχάλης συνήθως δεν αρνείται. Γεύομαι τη δύναμη της εξουσίας, και με μαγεύει» (σ.85-6).

Στην ιδιαίτερη πατρίδα της, τη Βέροια, «έρχονται πολλοί να με δουν. Γνωστοί και άγνωστοι. Ο πατέρας μου μου δίνει πακέτο τα σημειωματάκια με τα ρουσφέτια που ζητούσαν οι γνωστοί του όλο αυτό τον καιρό και εγώ του υπόσχομαι ότι κάτι θα προσπαθήσω να κάνω». Μεταξύ των αιτημάτων που ικανοποίησε, γράφει, ήταν και η απονομή χάριτος (απ’ τον Παπαδόπουλο) σ’ ένα συντοπίτη της εξαγωγέα, πρώην «μεγάλο ποδοσφαιριστή της τοπικής ομάδας», που είχε καταδικαστεί «με αποδείξεις» για κατασκοπεία υπέρ της Βουλγαρίας (σ.89).

Τους αρραβώνες του ζεύγους τίμησαν «επιλεγμένοι εξωκυβερνητικοί παράγοντες», όπως οι επιχειρηματίες Λάτσης και Κιοσέογλου. «Την επόμενη βδομάδα καινούρια δώρα, καινούριες ανθοδέσμες, φρέσκα ψάρια απ’ όλα τα νησιά της Ελλάδας, κούτες με το καλύτερο χαβιάρι της Περσίας και παγωμένα καβούρια της Αλάσκας καταφθάνουν στο σπίτι. Δεν ξέρω τι να τα κάνω» (σ.88).

Στο γάμο τους, πάλι, παραβρέθηκαν «ο Παύλος Βαρδινογιάννης, ο εφοπλιστής Θεοδωρακόπουλος με το γιο του τον Τάκη, ο Κώστας Δρακόπουλος των διυλιστηρίων, ο Νίκος Ταβουλάρης των ναυπηγείων, το ζεύγος Μποδοσάκη, ο Αγγελος Κανελλόπουλος των τσιμέντων ‘Τιτάν’ με τη γυναίκα του, ο Τομ Πάππας, ο Γ. Λύρας, ο Γιώργος Ταβλάριος, εφοπλιστής από τη Νέα Υόρκη με τη γυναίκα του και ο Γιάννης Λάτσης με τη μεγάλη του κόρη, αφού η γυναίκα του την ίδια μέρα πάντρευε την ανηψιά της σε άλλη εκκλησία» (σ.95).

Εύγλωττη για τις στενές σχέσεις χουντικής ηγεσίας και μεγαλοκαπιταλιστών είναι η περιγραφή ενός ιδιωτικού ταξιδιού της Ντέλλας με τη Δέσποινα Παπαδοπούλου στο Παρίσι: «Μένουμε σε μεγάλες σουΐτες στο Intercontinental. Ερχονται να μας επισκεφθούν με το τραίνο από τη Γενεύη ο Γιάννης Λάτσης και η σύζυγός του Εριέτα. Είναι πολύ φίλοι της Δέσποινας. [...] Πηγαίνουμε σε όλα τα καλά μαγαζιά της Φομπούρ Σεντ Ονορέ. Η Δέσποινα έχει αφεθεί στο γούστο μου. [...] Λόγω της παρατεταμένης κακοκαιρίας, πηγαίνουμε οδικώς στις Βρυξέλλες με λιμουζίνα που μας έστειλε ο Ωνάσης» (σ.87).

Οι επαφές αυτές δεν ήταν αυστηρά κοινωνικές. Λίγο μετά το Πολυτεχνείο, π.χ., το ζεύγος Ρουφογάλη τρώει στο σπίτι του με το Λάτση. Αρχηγός της ΚΥΠ κι εφοπλιστής «συζητούν για τα διϋλιστήρια και τα προβλήματα που έχει». Μετά το τέλος της κουβέντας, ο δεύτερος προθυμοποιείται να συνοδεύσει τη γυναίκα του πρώτου στο Λονδίνο, για κάποιες ιατρικές εξετάσεις (σ.100).

Μια στιχομυθία του Ρουφογάλη φωτίζει, τέλος, καλύτερα την τυχοδιωκτική διαχείριση του δημόσιου πλούτου από τα ηγετικά στελέχη της χούντας:

«Ενα βράδυ ο Χρήστος Μίχαλος, τότε υπουργός, μισοαστειευόμενος, του λέει ότι τώρα που παντρεύτηκε θα πρέπει να κάνουν καμιά δουλειά να εξασφαλίσουν το μέλλον τους, γιατί ποτέ δεν ξέρεις τι γίνεται. Ο Μιχάλης, ατάραχος, του λέει να μην ανησυχεί. ‘Οσο είμαστε στα πράγματα δεν μας χρειάζονται λεφτά και, αν πέσουμε, τα λεφτά δεν θα μας σώσουν’. Ξεσπάει σε γέλια. Εγώ παγώνω, μαζί μου κι ο Μίχαλος» (σ.98).

Οι συμβάσεις

Το φιλέτο των σκανδάλων της «επταετίας» υπήρξαν ωστόσο οι μεγάλες «αναπτυξιακές» συμβάσεις της περιόδου.

* Η πρώτη υπογράφηκε με την αμερικανική πολυεθνική Litton (15.5.67), για «παροχήν υπηρεσιών οργανώσεως και διεκπεραιώσεως της οικονομικής αναπτύξεως ορισμένων περιοχών εις Κρήτην και Δυτικήν Πελοπόννησον» (ΦΕΚ 1972/Α/88). Είχε προταθεί το 1966 απ’ την κυβέρνηση των αποστατών (κυρίως τον Μητσοτάκη), αλλά η Βουλή δεν τόλμησε να την ψηφίσει. Η Litton θα εισέπραττε όλα τα έξοδα που έκανε «βοηθώντας» το δημόσιο (συν κέρδος 11%) και προμήθεια 2% επί των κεφαλαίων (ή των δανείων) που θα έφερνε, θεωρητικού ύψους 800.000.000 δολαρίων. Ως «προκαταβολή», το δημόσιο της κατέβαλε 1.200.000 δολάρια.

Στην πράξη, η εταιρεία αρκέστηκε να ξεκοκαλίζει τα ποσοστά επί των ...εξόδων της: «Το κέρδος μας είναι φυσικά δυσανάλογα μεγάλο», παραδεχόταν (στις ΗΠΑ) ο υπεύθυνος του προγράμματος, «επειδή δεν έχουμε κάνει βασική επένδυση. Η επένδυση είναι το καλό μας όνομα». Τελικά η σύμβαση λύθηκε στις 15.10.69, με καταβολή από το κράτος των δαπανών της εταιρείας -συν 11%- ακόμη και κατά την ...«περίοδο τερματισμού» (ΦΕΚ 1969/Α/268). Επίσημη δικαιολογία: «αι ελληνικαί υπηρεσίαι είναι εις θέσιν να συνεχίσουν άνευ ειδικής εξωτερικής βοηθείας τας προσπαθείας δια την ανάπτυξιν» (Βήμα, 16.10.69).

* Απίστευτα επαχθής ήταν και η σύμβαση για την κατασκευή της Εγνατίας, που ο Μακαρέζος υπέγραψε με τον αμερικανό εργολάβο Ρόμπερτ Μακντόναλντ (ΦΕΚ 1969/Α/15). Το δημόσιο έβαζε 45 απ’ τα 150 εκατομμύρια δολάρια του έργου, «διευκόλυνε» τον «επενδυτή» με ομόλογα 80.000.000 κι εγγυόταν για τα δάνειά του. Το έργο θα γινόταν από έλληνες υπεργολάβους, ενώ ο «ανάδοχος» θα φρόντιζε απλώς για μελέτες και δάνεια, εισπράττοντας αμοιβή 14% επί των εξόδων (συμπεριλαμβανόμενης της δημόσιας χρηματοδότησης!) – τα 4.500.000 δολάρια «εν είδει προκαταβολής». «Εάν κατά την διάρκειαν της μελέτης ήθελεν διαπιστωθή» από τον ίδιο πως 150 εκατομμύρια δεν αρκούν, μπορούσε είτε να ψάξει γι’ άλλα είτε απλά να «θεωρηθή εκτελέσας την σύμβασιν άμα τη συμπληρώσει της κατασκευής τμήματος της οδού, ούτινος η αξία ανέρχεται εις δολλ. ΗΠΑ 150.000.000» (άρθρο 1§4). Τελικά, δε βρήκε ούτε τα προβλεπόμενα κι έφυγε, αφού το δημόσιο επιβαρύνθημε με 1 ½ δις δρχ.

* Ο ελληνοαμερικανός Τομ Πάππας ήταν ήδη παρών με το διϋλιστήριο της ESSO στη Θεσσαλονίκη, επένδυση του 1962 που είχε καταγγελθεί ως σκανδαλωδώς προνομιακή. Το Μάιο του 1972, η χούντα τον απάλλαξε από τις αντισταθμιστικές υποχρεώσεις που είχε αναλάβει, για ανέγερση έξι αγροτοβιομηχανικών μονάδων σε διάφορα σημεία της χώρας (ΦΕΚ 1972/Α/72). Του έδωσε και άδεια για τα εργοστάσια της Coca Cola, που οι κοινοβουλευτικές κυβερνήσεις δεν ενέκριναν, ως ανταγωνιστικά προς τη ντόπια παραγωγή αναψυκτικών (ΦΕΚ 1968/Α/201).

Θερμός υποστηρικτής της χούντας, ο Πάππας πρωταγωνίστησε ως γνωστόν στο «ελληνικό Γουτεργκέιτ», ανακυκλώνοντας κονδύλια της CIA για το χρηματισμό του Νίξον απ’ τους δικτάτορες. Ενας προσωπάρχης του με σκανδαλώδες παρελθόν, ο Παύλος Τοτόμης, διορίστηκε το 1967 υπουργός Δημόσιας Τάξης και κατόπιν πρόεδρος της ΕΤΒΑ.

* Μητέρα όλων των μαχών υπήρξε ωστόσο το ντέρμπι των μεγιστάνων (Ωνάσης, Νιάρχος, Βαρδινογιάννης, Ανδρεάδης, Λάτσης κ.ά) για το 3ο διϋλιστήριο της χώρας. Ο Παπαδόπουλος τάχθηκε αποφασιστικά υπέρ του Ωνάση, σε βίλα του οποίου (στο Λαγονήσι) έμενε αντί συμβολικού ενοικίου, ενώ ο Μακαρέζος υπέρ του Νιάρχου. Η σύγκρουση έφτασε στα άκρα, με απόπειρες πραξικοπημάτων κι έκτακτους ανασχηματισμούς. Τελικά ο Ωνάσης τα παράτησε, ακυρώνοντας τη «μεγαλειώδη» σύμβαση που είχε υπογράψει και παίρνοντας πίσω την εγγύησή του, το 3ο διϋλιστήριο μοιράστηκε μεταξύ Ανδρεάδη και Λάτση (ΦΕΚ 1972/Α/130) κι ένα 4ο παραχωρήθηκε στο Βαρδινογιάννη (ΦΕΚ 1972/Α/181).

Μια λεπτομέρεια αυτής της τιτανομαχίας, από την εμπιστευτική ενημέρωση Χατζηγιάννη προς τον Παπάγο (25.11.70), παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον με βάση τα σημερινά δεδομένα:

«Σε άλλο υπουργικό συμβούλιο, παραβρισκόταν ο Καρδαμάκης, ο οποίος εισηγήθηκε την αγορά μηχανημάτων από τη Siemens και την AEG χωρίς διαγωνισμό, για να μπορέσει να ανταποκριθεί η ΔΕΗ στο πρόγραμμά της, που καθυστερούσε λόγω των δυσκολιών εκτέλεσης των συμφωνιών Ωνάση. Ο Παπαδόπουλος έλυσε μόνος του το θέμα, αποδεχόμενος την αγορά από τη μια εταιρεία».

Το «Τάμα του Έθνους»

Υπήρξε ίσως το χαρακτηριστικότερο σκάνδαλο της χούντας: ο τέλειος συνδυασμός της επαγγελίας μιας «Ελλάδος Ελλήνων Χριστιανών» με τη μεγαλομανία του δικτάτορα και το ξάφρισμα υπέρογκων δημόσιων κονδυλίων.

Στις 14 Δεκεμβρίου 1968 ο Παπαδόπουλος εξήγγειλε την ανέγερση ενός μνημειώδους ναού του Σωτήρος στα Τουρκοβούνια –ως εκπλήρωση, υποτίθεται, της σχετικής υπόσχεσης της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης του 1829 προς το Θεό σε περίπτωση απελευθέρωσης της Ελλάδας. Σύμφωνα άλλωστε με τη χουντική προπαγάνδα, η «επανάστασις» της 21ης Απριλίου 1967 δεν ήταν παρά η άμεση συνέχεια -και ολοκλήρωση- του 1821.

Το έργο εγκρίθηκε στις 5.1.69 σε κοινή συνεδρίαση υπουργικού συμβουλίου και αρχιεπισκόπου. Για την επίβλεψή του συστήθηκε το Μάιο μια «Ανώτατη Επιτροπή» με πρόεδρο τον ίδιο τον πρωθυπουργό Γ. Παπαδόπουλο και μέλη τον αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο, τους υπουργούς Εσωτερικών Στ. Πατττακό, Συντονισμού Ν. Μακαρέζο, Παιδείας Θ. Παπακωνσταντίνου, Δημ. Εργων Κ. Παπαδημητρίου και τον υφυπουργό Προεδρίας Κ. Βοβολίνη. Ενα δεύτερο σώμα, το «Γνωμοδοτικό Συμβούλιο», αποτελούνταν από τον πρόεδρο της Ακαδημίας, τους πρυτάνεις του Πανεπιστημίου και του ΕΜΠ, το δήμαρχο Αθηναίων, το Γενικό Διευθυντή Αρχαιοτήτων και τον κοσμήτορα της Αρχιτεκτονικής. Στο εγχείρημα μετείχε, με άλλα λόγια, σύμπασα η ανώτατη πολιτική και πνευματική ηγεσία του καθεστώτος.

Για το είδος της προπαγάνδας που συνόδευσε την εξαγγελία, αποκαλυπτικό είναι ένα απόσπασμα από την «Ηχώ των Ενόπλων Δυνάμεων» (3.6.73): «Ο Ναός του Σωτήρος Χριστού, αφ’ ενός μεν υλοποιεί την υπόσχεσιν που έδωσε το Έθνος προς τον Θεό, και αφ’ ετέρου θ’ αποτελέση, μετά την οικοδόμησίν του, το τρίτο αρχιτεκτονικό οικοδόμημα των Αθηνών, μετά τον κλασικό Παρθενώνα και τον Βυζαντινό Λυκαβηττό».

Η επιστημονική κοινότητα των 1.857 ελλήνων αρχιτεκτόνων δεν φάνηκε πάντως να δείχνει τον ίδιο ενθουσιασμό. Τρεις διαδοχικοί διαγωνισμοί «προσχεδίων» και «ιδεών» μεταξύ 1970 και 1973 κατέληξαν σε φιάσκο: παρά τα τεράστια «βραβεία» που τους συνόδευαν (από 300.000 μέχρι 5.000.000 δραχμές, όταν ο μέσος μισθός του ιδιωτικού τομέα ήταν γύρω στις 4.000 δραχμές), οι προτάσεις που υποβλήθηκαν ήταν αντίστοχια 7, 35 και 31. Τελικά και οι τρεις διαγωνισμοί κηρύχθηκαν άγονοι - μάλλον δίκαια, αν κρίνουμε από τις μακέτες που δημοσιεύθηκαν μεταδικτατορικά στο «Αντί» (30.11.74). Ακόμη κι έτσι, 3.650.000 δρχ διανεμήθηκαν σε ελάσσονες «επαίνους». Απείρως μεγαλύτερη τέχνη επιδείχθηκε στη διασπάθιση των χρημάτων. Τον Ιούνιο του 1969 ανακοινώθηκε η σύσταση «Ειδικού Ταμείου» για την οικονομική διαχείριση του «τάματος». Σύμφωνα με τον τελικό απολογισμό του που δημοσιεύθηκε μετά την ανατροπή του Παπαδόπουλου («Εστία» 19.1.1974), το «Ταμείο» εισέπραξε συνολικά 453.300.000 δρχ: 45,5 εκατομμύρια ως επιχορήγηση απ’ τον τακτικό προϋπολογισμό, 180 εκατομμύρια από «δωρεές, εισφορές, κλπ» και 230 εκατομμύρια σε δάνεια. Ενα μέρος των «εισφορών» ήταν επίσης δημόσιο χρήμα (η Αγροτική Τράπεζα «πρόσφερε» π.χ. 10 εκατομμύρια), ενώ το υπόλοιπο προήλθε από το υστέρημα του φιλοχρίστου και φιλοθεάμονος κοινού – όπως ο συνταξιούχος δημόσιος υπάλληλος που θυσίασε στο «Τάμα» ολόκληρο το εφάπαξ του (109.455 δρχ), εισπράττοντας «τα συγχαρητήρια του πρωθυπουργού δια του υπουργού Προεδρίας» («Νέα» 31.12.68).

Σύμφωνα ωστόσο με τον ίδιο απολογισμό, το 90% των εσόδων είχε ήδη καταναλωθεί σε απαλλοτριώσεις, «δαπάνες μελετών», προπαρασκευαστικά έργα και «δαπάνες διοικήσεως και λειτουργίας»!

«Φαίνεται ότι ο Ναός του Σωτήρος, που πρόκειται να ανεγερθή πάνω στα Τουρκοβούνια, θα είναι απ’ τους πιο θαυματουργούς στη χώρα μας», σχολίαζαν τις επόμενες μέρες τα «Νέα» (26.1.74). «Γιατί, πριν ακόμα κτισθή, πριν καν γίνουν τα σχέδια για την κατασκευή του, δαπανήθηκαν -λες από θαύμα- τα 406 εκατομμύρια δραχμές από τα 453 εκατομμύρια που είχαν τελικά συγκεντρωθεί. Πάντως κι οι πιο ολιγόπιστοι θαύμασαν το γεγονός ότι με εντελώς κανονικό τρόπο αναλώθηκε ολόκληρο το τεράστιο αυτό ποσόν για ένα έργο του οποίου ακόμα δεν κατάφεραν οι υπεύθυνοι να έχουν ούτε το σχέδιο. [...] Αφού λεφτά δεν υπάρχουν πιά, αφού ούτε καν τα σχέδια του ναού δεν έχουν γίνει ακόμη, η υπόθεση αυτή θα πρέπει να λήξη εδώ και όλοι θα φροντίσουμε να ξεχασθή».