Το
αδιαφιλονίκητο γνώρισμα κάθε επανάστασης που απειλεί να ανατρέψει τις
καθυστερημένες δομές της παλιάς κοινωνίας αποτελεί η βίαιη εισβολή των
πλατιών λαϊκών στρωμάτων στο προσκήνιο της ιστορίας – στην περιοχή όπου
και καθορίζονται τα δικά τους πεπρωμένα. Σε μια κοινωνία που βρίσκεται
σε αναταραχή, οι αμοιβαία ανταγωνιζόμενες τάξεις βρίσκονται σε μια
διαρκή διαπάλη που αναζητά εναγωνίως διέξοδο και προοπτική. Οι
συσσωρεμένοι κοινωνικοί ανταγωνισμοί ασφυκτιούν στους κόλπους της
παλιάς κοινωνίας που υποφέρει από την κρίση και το αδιέξοδο. Το παλιό
καθεστώς γίνεται ανυπόφορο και τότε τα φράγματα της εξουσίας και των
παραδοσιακών σχέσεων στην ιδιοκτησία, το δίκαιο και την ηθική,
ανατρέπονται. Η εξέγερση, δηλαδή η πιο βίαιη και οξεία περίοδος στην
πάλη των τάξεων για εξουσία, είναι υποχρεωμένη να δώσει λύση στην
αντίφαση και το άλυτο κοινωνικό ζήτημα. Ωστόσο και η πιο βίαιη εξέγερση
μπορεί να μείνει απλά και μόνο στο επίπεδο της ανταρσίας. Εδώ ανοίγεται
και το πεδίο του συνειδητού παράγοντα, δηλαδή του κόμματος.
Η ιστορία
της Ρωσικής Επανάστασης του 1917 απέδειξε πως το γεγονός που έχει
ιδιαίτερη σημασία στην πάλη των τάξεων δεν είναι η επαναστατική μέθοδος,
καθαυτή – και η εξέγερση αποτελεί την πιο ακραία εκδήλωση της
επαναστατικής διαδικασίας – αλλά η σωστή εφαρμογή της στα γεγονότα. Με
άλλα λόγια, ο μαρξιστικός προσανατολισμός και δράση στο πεδίο των
κοινωνικών αγώνων.
Η
χειραφέτηση της εργατικής τάξης και η κοινωνική αλλαγή μπορούν να
προέλθουν, όπως άλλωστε απέδειξε και η ιστορία των τελευταίων
δεκαετιών, μέσα από σκληρούς και μακροχρόνιους κοινωνικούς
ανταγωνισμούς. Ασφαλώς, μια ειρηνική, κοινοβουλευτική αλλαγή προς μια
νέα κοινωνική συγκρότηση θα είχε πολλαπλά οφέλη από την άποψη των
συμφερόντων της κουλτούρας και ως εκ τούτου και των συμφερόντων του
σοσιαλισμού. Δυστυχώς, όμως, οι κυρίαρχες τάξεις δεν αποδέχονται τις
αλλαγές στις κοινωνικές δομές, ακόμα και όταν τις επιθυμεί η
συντριπτική πλειοψηφία του έθνους. Από εκεί και οι βίαιες αντιδράσεις
των συντηρητικών δυνάμεων σε κάθε απόπειρα ριζικών μετασχηματισμών
καθώς και οι σκληρές κοινωνικές συγκρούσεις που τις ακολουθούν.
Αν η
ηγεσία της εργατικής τάξης αρνηθεί αυτή την προοπτική και δεν
ακολουθήσει μια μακροχρόνια διαδικασία διαπαιδαγώγησης και οργάνωσης
του εργατικού κινήματος προς αυτήν την κατεύθυνση, τότε είναι
καταδικασμένη, όταν οι συνθήκες επιβάλουν την αναμέτρηση στο πεδίο των
κοινωνικών αγώνων, και κατά κανόνα την επιβάλλουν, να δώσει τη μάχη υπό
δυσμενείς όρους. Σε τέτοιες συνθήκες, η νίκη του κινήματος και ή άρση
του κοινωνικού αδιεξόδου εξαρτώνται από μια σειρά ακόμα και τυχαίων
κάποτε περιστατικών. Η εξουσία, σε περίπτωση νίκης, μπορεί να ξεφύγει
και πάλι από την εργατική τάξη και να ξαναπεράσει στα χέρια της αστικής
αντίδρασης.